Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017, 5:36:07 μμ
Παρασκευή, 03 Νοέμβριος 2017 22:13

Πλιθιά ονείρων

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Του Κώστα Τερζενίδη. 

 

Όταν πριν από δυο χρόνια φωτογράφιζα τον τοίχο του παλιού σπιτιού της Γουμένισσας, μου ήταν αδύνατο να βάλω σε τάξη τα συναισθήματά μου. Αλλού εστίαζε η φωτογραφική μηχανή κι αλλού το μυαλό μου. Άλλαξα φακό, αλλά κι αυτός της σταθερής εστίασης δεν μπορούσε να βοηθήσει. Τ’ άλματα της ψηφιακής τεχνολογίας δεν μπορούσαν να εγκλωβίσουν σκέψεις και συναισθήματα. Η ψυχή μου ήταν αλλού!


Απέναντί μου μια τοιχογραφία μοναδική. Ένα σκηνικό βγαλμένο απευθείας από το χθες. Ξύλα, πέτρες και χωμάτινα τούβλα σε μιαν αρμονική συνύπαρξη. Και το λουλακί χρώμα της δίθυρης ξύλινης πόρτας λες και ταξίδεψε από αιγαιοπελαγίτικο νησί κι ήρθε και στάθηκε στη γη της Γουμένισσας, μαγεμένο από τα σοκάκια της, μεθυσμένο από τις μυρωδιές του Πάικου και τ’ αρώματα των κρασιών της.
Μακεδονίτικη αρχιτεκτονική, αφημένη στην τύχη των καιρών. Ανοιχτή, ρέουσα πληγή τα σημάδια του χρόνου πάνω στο σώμα του οικοδομήματος. Το ‘βλεπες κι αναρωτιόσουν πως αντέχει, πόσο θ’ αντέξει ακόμα.
Όταν περπατώ στα σοκάκια της Γουμένισσας αισθάνομαι βαριά στους ώμους την πατίνα του χρόνου. Μ’ εξουθενώνουν και με γοητεύουν τ’ αποτυπώματα των αιώνων στο κορμί αυτής της πόλης. Οι ρυτίδες από τα γυρίσματα των καιρών, αυτά τα βαθειά σημάδια του χθες, μπορεί νάναι σκληρά κι ανελέητα πολλές φορές, αλλά ταυτόχρονα είναι και το άγιασμα της πόλης, τα θεμέλια της ιστορίας και του πολιτισμού της, τα δημιουργήματα των ανθρώπων της σε καιρούς σκληρούς και δύσκολους.
Η ζωή που χάνεται και ο κόσμος που αλλάζει. Ανελέητα κι αλύπητα. Προσδοκίες κι επιθυμίες έρχονται και φεύγουν, δυναμώνουν, οργίζονται κι εξανεμίζονται. Συναισθήματα αγριεμένα κι εξουθενωμένα. Δεν ξέρω πως, αλλά τα χωμάτινα πλιθιά του μακεδονίτικου σπιτιού της Γουμένισσας, με πήγαν πίσω, στα προσφυγόσπιτα του Δροσάτου, όπου γεννήθηκα. Χωμάτινα ήταν κι εκείνα, από τα λασπότουβλα των χωραφιών της Δοϊράνης. Χώμα και στάχια ξεραμένα με περίσσια υπομονή και πολλά όνειρα από τις ζωογόνες ακτίνες του ήλιου και την επιθυμία για ζωή.
Προχθές, περπατώντας και πάλι στα σοκάκια της Γουμένισσας, το αίμα μου πάγωσε. Η εκπληκτική εκείνη τοιχογραφία των υλικών της γης και της μαστοριάς των ανθρώπων, δεν υπήρχε πια. Η σκεπή και ο μισός τοίχος του μακεδονίτικού σπιτιού είχαν πέσει. Η λουλακί πόρτα έστεκε εκεί, αγέρωχη μα και ξεσκέπαστη. Ο μισός τοίχος που απέμεινε, θύμιζε κάστρο και το ξύλινο παράθυρο που έλειπε ήταν κάτι σαν πολεμίστρα. Μόνο οι δον Κιχώτες απουσίαζαν από το σκηνικό.
Η ρέουσα πληγή άνοιξε και πάλι. Αναπόφευκτη και σκληρή εξέλιξη των πραγμάτων. Αιματοστάλαχτη σπαθιά στο σώμα της μνήμης. Βαθειά χαρακιά στο πρόσωπο της πόλης, νωπό το τραύμα της. Τα χωμάτινα πλιθιά έλαβαν την εκδίκησή τους.
Μέσα από τα χαλάσματα του Μακεδονίτικου σπιτιού ξεπηδούν χορεύοντας με πάθος οι νότες των Χάλκινων της Γουμένισσας. Στις πολεμίστρες δεν υπάρχουν τοξότες, αλλά μουσικοί με κλαρίνα και τρομπότες. Κι όταν ο πιτσιρικάς χτυπά το νταούλι και δίνει το ρυθμό, ξέρεις πως αρχίζει να χαράζει η καινούργια μέρα. Οι αμπελουργοί ξεκινούν για τον τρύγο του ξινόμαυρου. Οι μοναχοί χτυπούν τα σήμαντρα προσκαλώντας για τη λύτρωση. Το Πάικο ξυπνά με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου και οι καστανιές γεννοβολούν στις πλαγιές τους.
Καλημέρα Γουμένισσα,
Καλημέρα ζωή!