Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019, 8:31:03 πμ
Τρίτη, 09 Οκτωβρίου 2012 21:07

Θεόδωρος Παυλίδης: Σχέσεις ιστορίας με την άλλη μεριά

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
paulidis
Όταν οι Οσμανοί είδαν ότι ο πόλεμος (Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος) είχε χαθεί γι αυτούς, στις 4.10.1918 ζήτησαν συνθηκολόγηση.
Πράγματι, ανοιχτά του λιμανιού του Μούδρου (της νήσου Λήμνου) πάνω στο πλοίο «Αγαμέμνων», στις 30 Οκτωβρίου 1918, υπεγράφη η ομώνυμη συνθήκη ανακωχής.
Οι Σύμμαχοι εκπροσωπήθηκαν από τον Άγγλο Ναύαρχο Άρθουρ Κάλθορπ (Arthur Kalthorpe) και η Οσμανική Κυβέρνηση από τον Υπουργό Ναυτιλίας Χουσεΐν Ραούφ (Hüsseyin Rauf).
Την πρωτοβουλία εκπροσώπησης των Συμμάχων ανέλαβαν οι Άγγλοι γιατί θεώρησαν ότι αυτοί είχαν συμβάλει περισσότερο από τους λοιπούς συμμάχους στη συντριβή των αντιπάλων.
Ελπίζανε, λοιπόν, ότι με την «πρωτοκαθεδρία» τους αυτή θα μπορούσαν να θέσουν στη Συνθήκη Ανακωχής όρους που θα ήταν ευνοϊκότεροι για τους ίδιους.
Οι όροι της Ανακωχής ήτανε πολύ σκληροί για τους Οσμανούς. Μεταξύ άλλων προβλεπότανε:
1. Το άνοιγμα των Στενών των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου προς Εύξεινο Πόντο, και η κατάληψη όλων των φρουρίων από τους Συμμάχους.
2. Η συγκέντρωση όλων των αιχμαλώτων των Συμμαχικών Δυνάμεων και των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη και η παράδοση τους στους Συμμάχους.
3. Η άμεση αποστράτευση του Οσμανικού Στρατού, με εξαίρεση ελαχίστων μονάδων για τη φύλαξη των συνόρων και την διασφάλιση της δημόσιας τάξης.
4. Η παράδοση όλων των πολεμικών πλοίων των Οσμανών.
5. Η ελεύθερη χρήση των λιμανιών που κατείχαν οι Οσμανοί από τα Συμμαχικά πλοία.
6. Ο εφοδιασμός των δυνάμεων κατοχής από τους Οσμανούς με τρόφιμα και καύσιμες ύλες.
7. Ο έλεγχος του Σιδηροδρομικού Δικτύου από τους Συμμάχους.
8. Το δικαίωμα στάθμευσης των Συμμαχικών δυνάμεων στις πετρελαιοφόρες περιοχές του Batum και Baku.
9. Η παράδοση στους συμμάχους όλων των κατειλημμένων από τους Οσμανούς λιμένων της Τριπολίτιδας και Κυρηναϊκής.
10. Η άμεση παράδοση όλων των Γερμανών και Αυστριακών που ευρίσκοντο στο έδαφος της Οσμανικής Αυτοκρατορίας.
11. Η τοποθέτηση Αξιωματικών των Συμμάχων στο Υπουργείο Επισιτισμού.
12. Η κατακράτηση των Τούρκων αιχμαλώτων από τους Συμμάχους.
13. Η απαγόρευση σχέσεων της Τουρκίας με τις χώρες των Κεντρικών Δυνάμεων.
14. Η Οσμανική Αυτοκρατορία ήταν υποχρεωμένη να αποσύρει τα στρατεύματα της από την Συρία, Υεμένη, Κιλικία, Χετζάτζη, Μεσοποταμία, και βιλαέτια Αρμενίας.
15. Σε περίπτωση διασάλευσης της δημόσιας τάξης, σε οποιοδήποτε σημείο της Αυτοκρατορίας, οι Σύμμαχοι είχαν δικαίωμα επέμβασης.
Σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο της Συνθήκης (αρθρ. 25), η κατάπαυση του πυρός άρχιζε από το μεσημέρι της ίδιας μέρας.
* * *
Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης:
α)   Ο Γερμανός στρατηγός Liman von Schaders παρέδωσε την ηγεσία του στρατού στον Müstafa Kemal και γύρισε στην Κωνσταντινούπολη.
β)  Το κύριο Σώμα του Οσμανικού στρατού παραδόθηκε στους Συμμάχους στα Άδανα.
γ)     Αγγλικά στρατεύματα κατέλαβαν την Θράκη, τα Δαρδανέλια και τις πετρελαιοφόρες περιοχές Καυκάσου και Μεσοποταμίας.
δ) Οι Γάλλοι μπήκανε στην Κιλικία            και
ε)  Οι Ιταλοί τον Μάρτιο του 1919 αποβίβασαν από τη Ρόδο στρατεύματα στην Αντάλεια (στηριζόμενοι στη συμμαχική Συμφωνία του Αγίου Ιωάννου της Μωριέννης).
Τον Νοέμβριο 1918 ο Συμμαχικός στόλος, μαζί με το Ελληνικό θωρηκτό «Αβέρωφ», αγκυροβόλησε στο Βόσπορο ανοιχτά της Κωνσταντινούπολης.
Η Κωνσταντινούπολη τέθηκε υπό συλλογική κατοχή των συμμάχων και ιδρύθηκε Συμμαχική Επιτροπή υπό την προεδρεία του Άγγλου Ναύαρχου Kalthorpe για τον ανώτατο στρατιωτικό και διοικητικό έλεγχο του Οσμανικού Κράτους (τον Kalthorpe διαδέχθηκε αργότερα ο Γάλλος στρατηγός Ντ’ Εσπεραί).
Από την πλευρά της Αυτοκρατορίας, μετά τον θάνατο του Σουλτάνου Ρεσάτ (Reşat), που επισυνέβη στις 30.7.1918 (δηλ. 3,5 περίπου μήνες πριν το Μούδρο), στο θρόνο ανήλθε ο Βαχντεντίν (Vahdeddin) με το όνομα Μεχμέτ ΣΤ΄. Για τον Σουλτάνο αυτόν εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα στην Τουρκία οξύτατες αμφισβητήσεις, διάλογοι και αντιπαραθέσεις κατά πόσο υπήρξε προδότης της πατρίδας, διότι κατ’ άλλους μεν φρόντισε μόνο για τα συμφέροντα των Άγγλων και του Παλατιού, και κατ’ άλλους ενίσχυσε μυστικά το εθνικιστικό κίνημα των Τούρκων με όπλα και πυρομαχικά.
Κυρίως, όμως, γιατί έστειλε τον Κεμάλ στη Σαμψούντα με την γνωστή του ιδιότητα, για να οργανώσει τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Τούρκων κατά των Συμμάχων.
Ιστορικά, άλλωστε, είναι αποδεδειγμένο ότι το κέντρο αντίδρασης των Τούρκων κατά των Συμμάχων (και μετά τη Σμύρνη κατά των Ελλήνων) ήταν η Μικρασιατική ενδοχώρα (Anadolu), και κέντρο αποδοχής πολεμοφοδίων στις ανατολικές επαρχίες ήταν η Πρωτεύουσα.
Αλλά γιατί μιλάμε για εθνικιστικά κινήματα στην Ανατολία, δηλ. για την διασάλευση της δημόσιας τάξης στην περιοχή, αφού οι Σύμμαχοι, κατά τους όρους της Ανακωχής, είχαν δικαίωμα άμεσης επέμβασης;
Γιατί μιλάμε για αποστολή όπλων και πυρομαχικών, αφού αυτά (υποτίθεται) θα ήταν κλεισμένα σε αποθήκες υπό την φύλαξη των Συμμάχων;
Γιατί μιλάμε για οργάνωση εθνικιστικού κινήματος, και μάλιστα υπό την άμεση εποπτεία και ηγεσία του τακτικού στρατού, ο οποίος (υποτίθεται) ότι έπρεπε να έχει αφοπλισθεί και αποστρατευθεί;
Η απάντηση είναι απλή.  Οι Σύμμαχοι ουδέποτε αξίωσαν την εφαρμογή των όρων της Ανακωχής.  Ειδικότερα:
I. Αρχικά αδιαφόρησαν, ίσως γιατί νόμισαν ότι με το Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων, το οποίο θα ακολουθούσε, θα επιλυόταν οριστικά τα όποια ζητήματα, και η Συνθήκη Ανακωχής θα ατονούσε ούτως ή άλλως.  Εξάλλου, πέντε (5) χρόνια συνεχούς πολέμου ήταν σημαντική αιτία αδιαφορίας για κάθε νέα πολεμική τριβή.
II. Παρέλειψαν να καταλάβουν μεγάλα στρατιωτικά κέντρα της Μ. Ασίας.  Έτσι, ανεξαρτητοποιημένα αυτά από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας, έγιναν ισχυρές εστίες αντίστασης.
III. Παρέλειψαν επίσης οι Σύμμαχοι να αφοπλίσουν τον στρατό. Ο διοικητής του 15ου Σώματος Στρατού, στρατηγός Κιαζίμ Καράμπεκίρ (Kâzim Karabekir) αρνήθηκε να αποστρατεύσει τις εξ (6) ετοιμοπόλεμες Μεραρχίες του.
Το 3ο Σώμα Στρατού, με έδρα τη Σεβάστεια και Διοικητή τον Refet Bey, από την αρχή έδειξε σημάδια ανυπακοής στους Άγγλους ελεγκτές αξιωματικούς απειλώντας μάλιστα να τους συλλάβει.
Ο Διοικητής του 20ου Σώματος Στρατού, με έδρα την Άγκυρα, Ali Fuat, πέρασε από την Κωνσταντινούπολη στην Ανατολία γι αυτό το σκοπό και αμέσως συνέπλευσε ιδεολογικά με τον Κεμάλ.
Επίσης, η 15η Μεραρχία με έδρα τη Σαμψούντα, η 3η Μεραρχία Καυκάσου με έδρα το Τορτούμ (Tortum), η Μεραρχία Κεραυνός (Yildirim) με έδρα το Ικόνιο, ουδόλως εθίγησαν από τις συμμαχικές δυνάμεις.  Αντίθετα, παρατηρούμε ότι οι Άγγλοι αξιωματικοί ελέγχου (Salter, Hurst, Perring, Krawford, κλπ) επισκέπτονται τους διοικητές των μεγάλων και μικρότερων στρατιωτικών μονάδων στην περιοχή του Πόντου, συνομιλούν μαζί τους για ζητήματα διασφάλισης της δημόσιας τάξης και προσφέρουν τη συνεργασία τους γι αυτό.
IV. Οι Σύμμαχοι αδιαφόρησαν τελείως για την ασφαλή περιφρούρηση των αποθηκών με πολεμικό υλικό.  Στην Ελληνική βιβλιογραφία αναφέρονται περιστατικά, όπου οι Ιταλοί, στην περιοχή δικαιοδοσίας τους (Αιδίνιο, Μούγλα) μάζευαν τα όπλα των Τούρκων σε αποθήκες, κι εν συνεχεία τα πουλούσαν στους….Τούρκους! Από την άλλη μεριά, στην Τουρκική βιβλιογραφία αναφέρονται (μάλιστα με μεγάλη έπαρση κι εθνική περηφάνια) περιστατικά λαθραίας αγοράς ή κλοπής, από αποθήκες της Κωνσταντινούπολης, όπλων και πυρομαχικών από «εθνικιστές αντιστασιακούς», οι οποίοι στη συνέχεια μέσω λιμανιών του Πόντου (κυρίως Ινέμπολη) τα προωθούσαν στο εσωτερικό.
V. Η βασικότερη, όμως, αιτία της μη εφαρμογής των όρων της Συνθήκης Ανακωχής ήταν η ασυνεννοησία των Συμμάχων. Οι Γάλλοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους «ριγμένους» από τους Άγγλους, αφού αυτοί είχαν εξασφαλίσει (μόνο) για τον εαυτό τους τη μερίδα του λέοντος (πετρέλαια Καυκάσου, Μεσοποταμίας).
Οι Ιταλοί, που εξ αρχής ήταν αντίθετοι με την «φιλελληνική» πολιτική των Συμμάχων, από πολύ νώρις διέγνωσαν τις δυνατότητες που τους παρείχε η συνεργασία με το ανερχόμενο εθνικιστικό κίνημα των Τούρκων κι έστρεψαν το βλέμμα τους προς αυτή την κατεύθυνση. Έκαναν ό,τι  μπορούσαν για να αποκτήσουν την φιλία των Τούρκων.
Φυσικά αργότερα, όταν πια η προοπτική νίκης των Ελλήνων όλο και απομακρυνόταν, την πολιτική των Ιταλών την υιοθέτησαν και οι Γάλλοι.  Συνεπείς και οι Άγγλοι στο δόγμα τους ότι «δεν έχουν ούτε μόνιμους φίλους, ούτε μόνιμους εχθρούς, παρά μόνο μόνιμα συμφέροντα», μας εγκατέλειψαν κι αυτοί τελευταία υπέρ των Τούρκων.
Ποιος, λοιπόν, από τους Συμμάχους θα νοιαζόταν για το Μούδρο;
Ο Μούδρος, όπως κάθε Ανακωχή άλλωστε, ήταν μια προσωρινή παύση των πυρών μέχρι να λυθούν τα ζητήματα οριστικά από το Συνέδριο Ειρήνης των Παρισίων.
Από το Μούδρο, όμως, μέχρι την λήξη του Συνεδρίου, που σημαδεύτηκε από τη Συνθήκη της Λωζάννης, πέρασαν σχεδόν πέντε (5) χρόνια.
Μέσα σ’ αυτά τα πέντε χρόνια είχαν αλλάξει τα πάντα. Βενιζέλος, Κλεμανσώ, Τζωρτζ, Ουΐνστον, είχαν τεθεί στο περιθώριο ή είχαν πεθάνει. Στην Οσμανική Αυτοκρατορία, στη θέση των Οσμανών, είχανε μπει οι Τούρκοι. Στην Ελλάδα βασίλευε ο διχασμός.
Φυσικό επακόλουθο ήταν ένας μεταρρυθμιστής Τούρκος Αξιωματικός, που κατά σύμπτωση είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη, να καταφέρει να συσπειρώσει τον Λαό του σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις και, με την δύναμη του στρατού που ανασύνταξε, να πετάξει στη θάλασσα τους Έλληνες, σβήνοντας οριστικά τα όνειρα τους για μια μεγάλη Ελλάδα.
Για τα όσα συνέβησαν στο Μικρασιατικό Μέτωπο για το ρόλο των Συμμάχων και κυρίως των Άγγλων, έχουν χυθεί ποταμοί μελάνης.
Οι εξελίξεις κατέδειξαν ότι από τους Συμμάχους, μόνο τα αυτοκρατορικά συμφέροντα της Αγγλίας συνέπλεαν με τα εθνικά συμφέροντα των Ελλήνων. Κι αφού η Ελλάδα ήταν μικρή και ανίσχυρη να αντιμετωπίσει μόνη τους Τούρκους, η μπάλα βρισκόταν στα χέρια των Άγγλων. Δυστυχώς, τελικά την μπάλα την πέταξαν οι Άγγλοι στους Τούρκους, γιατί έκριναν πως με αυτούς θα έκαναν τώρα καλύτερα τη δουλειά τους.
Ποια, όμως, υπήρξε η πολιτική των Άγγλων  στον Εύξεινο Πόντο μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ανακωχής του Μούδρου;
Αμέσως μετά το Μούδρο, το Οσμανικό κράτος που απέμεινε, χωρίστηκε σε Ζώνες επιρροής. Οι Άγγλοι πήγαν στον Πόντο και στον Καύκασο, οι Γάλλοι στην Κιλικία και οι Ιταλοί στην περιοχή Αιδινίου. Την Σμύρνη την άφησαν για τους Έλληνες.
Ανώτατος Διοικητής των Αγγλικών δυνάμεων κατοχής Πόντου, ορίσθηκε ο Άγγλος στρατηγός Milne.
Αλλά ποιών στρατιωτικών δυνάμεων;  Οι Άγγλοι, όλο κι όλο, έβγαλαν στη Σαμψούντα μια μικρή δύναμη 100 στρατιωτών στις 9 Μαρτίου 1919 και, μετά την εκκένωση του Μπατούμ, έστειλαν στη Σαμψούντα μια άλλη δύναμη 200 ανδρών (Ινδούς στρατιώτες φυλής “gurka”).
Αυτή η μικρή δύναμη μοιράστηκε στις φρουρές Σαμψούντας, Μπάφρας και Μερζιφούντας. Είναι η περίοδος που στη συνέντευξη του ο αδελφός της μητέρας μου, Σόλων Αβραμίδης, λέει ότι στο Διοικητήριο της Μπάφρας κυμάτιζε η Ελληνική σημαία. (Όρα βιβλίο μου «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΝΤΟΥ», Εκδόσεις Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2009).
Τι κρίμα, όμως, έστω κι αυτοί οι 300 στρατιώτες, ξαφνικά στις 4 Οκτωβρίου 1919 εκκένωσαν την Σαμψούντα.  Έφυγαν χωρίς να αναπληρωθούν και φυσικά χωρίς να λογοδοτήσουν σε κανέναν.
Οι Έλληνες πάντα φιλότιμοι, ευκολόπιστοι και συναισθηματικοί, με την έλευση των Άγγλων  πίστεψαν ότι όχι μόνο τελείωσαν τα βάσανα τους από τις διώξεις των Τούρκων, αλλ’ ότι αυτοί πλέον θα έχουν τον έλεγχο στην διοίκηση της περιοχής. Πληθυσμιακά, οι Έλληνες της περιοχής Σαμψούντας, ελάχιστα υστερούσαν των Τούρκων, ενώ η οικονομία και η εκπαίδευση ήταν στα χέρια τους.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι με την έλευση των Άγγλων  φούντωσαν τα όνειρα των Ελλήνων για δημιουργία ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας, γιατί η ιδέα αυτή πρόσφατα είχε αρχίσει να καλλιεργείται στους αντάρτες και δεν είχε ωριμάσει ως περιεχόμενο εθνικο-απελευθερωτικού Αγώνα. (Όρα βιβλίο μου «ΤΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ» του ιδίου εκδοτικού οίκου)
Αλλά κι από πρόσφατες έρευνες μου, διαπίστωσα ότι αυτό που κυρίως ενδιέφερε τους αντάρτες του Νεμπυάν (του Δυτικού Πόντου γενικότερα) μετά τον Μούδρο, ήταν η αμνήστευση τους, η επιστροφή στα σπίτια τους και η ειρηνική και παραγωγική συμβίωση με τους μουσουλμάνους συγχωριανούς τους.
Στις 26.5.1919 (δηλ. μία εβδομάδα μετά την αποβίβαση του Κεμάλ)ήρθε στη Σαμψούντα ο νέος Μουτασαρίφης Τζανικής Καπαντζηζαντέ Χαμίτ Μπέη (Kapancizade Hamit Bey).  Ο Μουτασαρίφης αυτός, στα απομνημονεύματα του, γράφει ότι μαζί με τον Άγγλο αξιωματικό ελέγχου, λοχαγό Σώλτερ (Salter) συναντήθηκαν στο Ντερέκιοϊ (Dereköy) με τους αντάρτες της περιοχής.
Στη συνάντηση αυτή, γράφει ο Χαμίτ Μπέη, «Ο Σώλτερ έβγαλε κι έδειξε στους άνδρες μια σημαία του Πόντου. Το έκανε για να βολιδοσκοπήσει τις πολιτικές τους ροπές. Οι άνθρωποι αδιαφόρησαν τελείως.  Ζήτησαν μόνο να επιστρέψουν στα χωριά τους ελεύθερα, όσοι κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν καταστεί φυγόστρατοι…».
Παραπέρα ο Μουτασαρίφης γράφει ότι, όπως τον ενημέρωσε ο Σώλτερ, την επομένη της συναντήσεως ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης κάλεσε τους οπλαρχηγούς αυτούς στο γραφείο του και τους επέπληξε γιατί στη συνάντηση τους με τους Σώλτερ – Χαμίτ Μπεή, δεν έδωσαν έμφαση στον εθνικό χαρακτήρα του Αγώνα τους.
Συνάγεται, λοιπόν, ότι «κυκλοφορούσε» κάποιο Ζήτημα Εθνικού Αγώνα και Ελληνοποντιακού κράτους, αλλά αυτό δεν είχε ωριμάσει ούτε ιδεολογικά ούτε οργανωτικά.
Το ίδιο, βέβαια, ίσχυε σε όλο τον Πόντο.  Η διαφορά είναι ότι η πνευματική ελίτ της Τραπεζούντας, ύψωσε τη σημαία της ιδρύσεως του Ελληνο-Ποντιακού Κράτους, όχι επαναστατικώ δικαίω, αλλά δικαίω ευκαιρίας, μιας και στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων συζητιόταν τέτοια θέματα για τους Αρμένιους και Κούρδους και δεν θα ήταν άσχημα να ασχοληθούν οι Μεγάλοι και με τους Έλληνες του Πόντου.
Άλλωστε, με την άποψη αυτή συντάσσονται και ο Καπετάνιος του Πόντου Λάζαρος Αβραμίδης (δηλ. ο καπετάν Λαζίκ, η συνέντευξη του οποίου επίσης εμπεριέχεται στο βιβλίο μου «Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»), αλλά και ο Δημοσθένης Κελεκίδης στο βιβλίο του «Το αντάρτικό του Πόντου».  Γράφει ο Κελεκίδης «ποια ήταν η κεφαλή μας; Πώς λεγόταν η οργάνωση μας.  Αυτό δεν το ξέραμε.  Ούτε μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει μια κεφαλή. Μας ικανοποιούσε μόνο τούτο, ότι είχαμε το Δεσπότη και τη Μητρόπολη και περιμέναμε όλοι κατεύθυνση και καθοδήγηση.  Που και που ακούγαμε αναμεταξύ μας, γιατί δεν είχαμε εφημερίδες, ότι από το Πατριαρχείο ήρθε μήνυμα στην Μητρόπολη και ρωτούσε αν είμαστε έτοιμοι.  Και μαθαίναμε ότι έλεγαν οι δικοί μας ότι ακόμη δεν ετοιμαστήκαμε».

Πρόσθετες Πληροφορίες

  • Υπότιτλος: Ε1. Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΟΥΔΡΟ ( 30.10.1918) ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ (30.1.1923)