Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018, 1:52:11 μμ
Σάββατο, 07 Ιουλίου 2018 22:03

Ανδρέας Μακρίδης: Τι θα γίνει με τις συντάξεις;

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η πρόσφατη αψιμαχία στη Βουλή, σχετικά με τις δηλώσεις Μοσκοβισί και το ενδεχόμενο σωτηρίας των συντάξεων που θα μειωθούν από την 1η Ιανουαρίου, κατέδειξε για άλλη μία φορά, το πόσο δέσμια των κομματικών επικοινωνιολόγων παραμένει η ελληνική κοινωνία.


Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Εργασίας (Μάρτιος 2019) η Ελλάδα αριθμεί περίπου 2,58 εκ. συνταξιούχους, για τους οποίους καταβάλλονται περίπου 2,27 δισ. ευρώ μηνιαίως για συντάξεις. Απ' αυτούς, 900.000 συνταξιούχοι θα δούνε τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο τις συντάξεις τους να μειώνονται μέχρι και 18%, προκειμένου να εξοικονομηθούν ετησίως 2,9 δισ. ευρώ. Οι περικοπές αυτές ρίχνουν βαριά σκιά στην κοινωνία – με ακόμα βαρύτερη την προγραμματισμένη κατάργηση του ΕΚΑΣ από το 2020.
Πρόσφατα, ο ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών, Πιέρ Μοσκοβισί, δήλωσε πως στο πλαίσιο που θα διαμορφωθεί μετά την έξοδο απ' τα Μνημόνια τον Αύγουστο, “υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας εφόσον πιάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι”, και πως το ζήτημα των συντάξεων “θα το επανεξετάσουμε με την Ελλάδα ως ένα κράτος που έχει επανέλθει στην κανονικότητα”.
Οι δηλώσεις Μοσκοβισί χρησιμοποιήθηκαν από τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης προκειμένου να δοθεί η εντύπωση πως “τα πάντα είναι ανοιχτά” ως προς τις συντάξεις. Κι από την άλλη, η Νέα Δημοκρατία, με ομιλία του Κωστή Χατζηδάκη στη Βουλή, αμφισβήτησε εμμέσως τον Πιερ Μοσκοβισί, λέγοντας πως η ίδια δεν είχε μια τέτοια ενημέρωση απ' αυτόν. Τι ακριβώς συμβαίνει;
Από τη στήλη αυτή, τολμούμε να πούμε πως το μόνο βέβαιο είναι πως οι περικοπές θα γίνουν. Ακόμα και αν αύριο βρίσκαμε πετρέλαιο στο Αιγαίο, ο αιφνίδιος πλουτισμός μας δεν θα άλλαζε τα δεδομένα, καθώς τα δημοσιονομικά στοιχεία του κάθε έτους διαμορφώνονται οριστικά τον Απρίλιο του επομένου. Ακόμα δηλαδή κι αν η Ελλάδα παρουσίαζε απότομη αύξηση του ΑΕΠ και των δημοσίων εσόδων της φέτος, αυτό θα καταγραφόταν επισήμως τον Απρίλιο του 2019. Μέχρι τότε θα ίσχυαν όσα ξέραμε.
Και τα δύο κόμματα έχουν καταστρώσει το οικονομικό τους πρόγραμμα, το οποίο δεν πρόκειται να αλλάξει, γιατί πολύ απλά στον κόσμο όπου ζούμε θαύματα δεν γίνονται – και μακάρι να διαψευσθούμε. Ο Μοσκοβισί είπε το αυτονόητο: Πως αν η Ελλάδα καταφέρνει να τηρεί τις δημοσιονομικές της δεσμεύσεις, ακόμα και το σκηνικό στις συντάξεις μπορεί να αλλάξει. Και γιατί να μην μπορεί; Το ζήτημα για την κυβέρνηση, ήταν να εξασφαλίσει μόνιμα μία ετήσια μείωση εξόδων 2,9 δισ. ευρώ. Εάν τα έβρισκε απ' αλλού, δεν θα χρειαζόταν να στραφεί προς τις συντάξεις. Εάν τα βρει απ' αλλού στο μέλλον, δεν θα χρειαστεί να τις κρατήσει χαμηλά. Κι αν τις κρατήσει, υπάρχουν χίλιοι δύο άλλοι τρόποι, ν' ανακουφίσει τους υπερήλικες και τους απόρους, με φοροαπαλλαγές, υπηρεσίες, “κοινωνικό μισθό” για να θυμηθούμε τα παλιά. Υπάρχουνε ωστόσο τέτοιοι πόροι;
Ο Πιερ Μοσκοβισί κι η Κομισιόν εξάλλου, δεν ορίζουν τις αποφάσεις της Τρόικας όπου συμμετέχουν. Αυτό έχει αποδειχθεί απ' την αρχή της διαπραγμάτευσης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν τον Φεβρουάριο του 2015, ο Μοσκοβισί ζητούσε να δοθεί χρηματοδοτική ανάσα στην Ελλάδα με επέκταση των ομολόγων του EFSF για έξι μήνες - μα στη συνέχεια υποχώρησε μπροστά στο “Nein” του Σόιμπλε. Πρόσφατα ο Μοσκοβισί, είχε προτείνει να υπάρξει ελάφρυνση στο χρέος ανάλογα με τις αναπτυξιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, αλλά και πάλι η πρότασή του απορρίφθηκε. Τι βαρύτητα έχει ο λόγος του λοιπόν, μπροστά σ' αυτόν της Γερμανίας και του ΔΝΤ;
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση γνωρίζουν το τοπίο. Η πρώτη, με αφορμή την έξοδο απ' το Μνημόνιο και τις φιλικές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, επιχειρεί να διαμορφώσει κλίμα επιτυχίας στο εξωτερικό για επενδύσεις, αλλά και να καλλιεργήσει ελπίδες στο εσωτερικό. Η ΝΔ από την άλλη, προσπαθεί να αποτρέψει το τελευταίο, χωρίς να φανεί απάνθρωπη στα μάτια των ψηφοφόρων. Το πόσο αφορούν όλα αυτά τον πολίτη, θα το διαπιστώσουμε τον Ιανουάριο του 2019.