Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018, 8:06:32 πμ
Τρίτη, 05 Ιουνίου 2018 21:46

Η κολακεία του 17χρονου

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Του Ανδρέα Μακρίδη.

Στην πολιτική αντιπαράθεση της χώρας, η νεολαία είχε πάντα μια ξεχωριστή θέση. Η συντηρητική παράταξη άργησε να την πλησιάσει – ίσως γιατί ήταν δέσμια των παραδοσιακών αντιλήψεων ότι οι νέοι δεν αντιμιλούν, αλλά υπακούν τους μεγαλύτερους. Η Αριστερά κέρδιζε τη νεολαία για χρόνια, με τη νεανική εικόνα του Γκεβάρα και του Πολυτεχνείου, μέχρι που τα πρότυπα ξεθώριασαν: Ο Τσε υπάρχει ακόμα, μα πιο πολύ ως αντικείμενο διαφήμισης, ενώ η γενιά του '73 ξεθώριασε.


Με την υποχώρηση των μεγάλων ιδεολογιών, το κενό έσπευσαν να καλύψουν οι διαφημιστές και οι επικοινωνιολόγοι. Η απάντηση στην έλλειψη πνοής, ήταν η απαξίωση του παρελθόντος και το σύνθημα της “ανανέωσης”. Για την ανανέωση δεν χρειαζόταν σκέψη, σχέδιο, ιδεολογία. Χρειαζότανε μονάχα η νεαρή ηλικία κι η ζωντάνια της: “Νέοι άνθρωποι, νέο αίμα, φρέσκιες ιδέες”. Κάπως έτσι εξελέγη και ο Τσίπρας στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Η προσδοκία στις δυνατότητες της νεολαίας να αλλάξει την Ελλάδα και τον κόσμο, απέκτησε σταδιακά μεταφυσικές ιδιότητες. Κι αυτό ήταν ό,τι χειρότερο για την ίδια τη νεολαία μας. Ο νέος άνθρωπος διεκδικεί τον σεβασμό, διεκδικεί το δικαίωμα στη ζωή, στον έρωτα, στην εργασία, στη χαρά. Στη φύση του είναι ωστόσο και η ανεμελιά, μα κι η ανάγκη του να ακουμπήσει σε κάποιον μεγαλύτερο, για να αντλήσει από εκείνον σιγουριά κι ασφάλεια. Ο 17χρονος που καλείται από μια ολόκληρη κοινότητα να σώσει τον κόσμο και την ίδια, είναι ένας άνθρωπος προορισμένος να καταρρεύσει.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε μία συνέντευξή του, φάνηκε να υποστηρίζει πως ο 17χρονος δεν ενδιαφέρεται για το τι έγινε το '63, παρά τον ενδιαφέρει το τι θα γίνει το 2030 όταν θα έχει ενηλικιωθεί. Τις μέρες που ακολούθησαν, κι άλλα στελέχη της ΝΔ προβήκαν σε αντίστοιχες δηλώσεις. Δεν πρόκειται λοιπόν για παρανόηση, για λεκτικό ολίσθημα, αλλά για μία ακόμα προσέγγιση της νεολαίας με συγκεκριμένες στοχεύσεις. Ποιες είναι αυτές;
Θα ήταν αδιανόητο κατ' αρχάς, ο πρόεδρος και τα στελέχη της ΝΔ, να θεωρούνε ήσσονος σημασίας τα γεγονότα του 1963 – εκτός και αν πιστέψουμε πως η δολοφονία του Κένεντυ, ή η ιστορική ομιλία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ με τίτλο “Έχω ένα όνειρο”, μπορεί να έχουν σημασία για ολόκληρο τον δυτικό κόσμο εκτός απ' τους ηγέτες της φιλελεύθερης παράταξης στην Ελλάδα. Ακόμα και αν η δολοφονία του Λαμπράκη είναι κάτι που η παράταξη της Δεξιάς θα ήθελε να ξεχάσει, η πρόσφατη ανάδειξη ακροδεξιών δολοφόνων σε ολόκληρη την Ευρώπη, θα έπρεπε να την είχε θορυβήσει. Ξύλο δεν έφαγε μονάχα ο Μπουτάρης. Ξύλο και μάλιστα άγριο, είχε φάει πέρυσι κι ο Γιώργος Κουμουτσάκος. Νομίζει άραγε η ΝΔ, πως κλείνοντας το μάτι στην ακροδεξιά θα επαναπατρίσει ψήφους τόσο εύκολα;
Ο στόχος των δηλώσεων αυτών, είναι κατά τη γνώμη μας η κολακεία της νεολαίας και πάλι.
Καμαρώνουμε για πολλά τον 17χρονο, αλλά όχι και για τις σχέσεις του με το βιβλίο. Ο νέος σήμερα δεν γνωρίζει Ιστορία. Θα ήθελε να ξέρει, αλλά μονάχα διαβάζοντας μισή οθόνη σε έναν υπολογιστή. Το σχολείο δεν τον έμαθε να διαβάζει βιβλία – τον έμαθε να παπαγαλίζει παραγράφους για να αποκτήσει υψηλή βαθμολογία και να περάσει στο πανεπιστήμιο. Το σχολείο δεν τον έμαθε να συλλέγει αντικρουόμενα δεδομένα και να καταλήγει σε συμπεράσματα. Τον έμαθε “να σηκώνει το χέρι” στο μάθημα, προσπαθώντας να μαντέψει τι έχει στο κεφάλι του ο καθηγητής του.
Εδώ όμως έγκειται και η διαφορά του σχολείου μας απ' τα σχολεία των ΗΠΑ, τις οποίες θαυμάζει κατά τα άλλα ο πρόεδρος της ΝΔ. Αν θέλει ο Κ. Μητσοτάκης “νεανική πρωτοβουλία", “καινοτομία”, “νέες ιδέες”, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να μην κολακεύει την αμάθεια και την αφασία στην οποία καταδίκασε τη νεολαία μας το παρελθόν – το παρελθόν που και ο ίδιος σήμερα απαξιώνει.