Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019, 4:51:58 μμ
Τρίτη, 05 Μαρτίου 2019 20:09

Κράτα Τασούλα...όσο μπορείς

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Γράφει ο Μάκης Ιωσηφίδης, Δάσκαλος.

(Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Ιούνιο του 2015).


Ήταν εκεί κάπου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Υπηρετούσα ως νεαρός δάσκαλος σε κάποιο χωριό του Κιλκίς. Ανάμεσα στους μαθητές μου είχα ξεχωρίσει ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, την Τασούλα (άλλο ήταν τ’ όνομά της).

 

Μέτρια μαθήτρια όσον αφορά τις επιδόσεις στα μαθήματα αλλά ένα καλό και υπερευαίσθητο πλάσμα. Μάλωνα κάποιο άλλο παιδί και η Τασούλα βούρκωνε για λογαριασμό του. Την έβλεπα με την άκρη του ματιού μου και έβαζα φρένο στον εαυτό μου. Μαλάκωνα και σταματούσα αυτόματα τις κατσάδες μου. Ηρεμούσε κι η Τασούλα.
Αγαπούσε όλον τον κόσμο η Τασούλα. Δεν ήθελε τη βία ούτε καν την λεκτική. Πονούσε για όλους και για όλα. ‘’Τι θα γίνει μ’ αυτό το κορίτσι, σκεφτόμουν, πώς θα ζήσει σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο που την περιμένει όταν μεγαλώσει;’’
Και πέρασαν τα χρόνια. Και συνταξιοδοτήθηκα το 2010 και φθάσαμε στο 2015. Τέλη Ιουνίου και στην πατρίδα μας επιβάλλονται τα κάπιταλ κοντρόλς στις τράπεζες. Είναι κάτι πρωτόγνωρο για τους Έλληνες. Τρόμος και αγωνία παντού.
Στήνομαι κι εγώ όπως όλοι σε κάποια τράπεζα για να πάρω τα ημερήσια εξήντα ευρώ μέσα στο λιοπύρι. Η ουρά μεγάλη και κάποιος ηλικιωμένος δεν αντέχει και πέφτει λιπόθυμος. Φωνές, κακό κι έρχεται το ΕΚΑΒ να τον παραλάβει.
Βλέπω μια λεπτοκαμωμένη κυρία να φεύγει από την ουρά, να κάθεται στο πεζούλι και να κλαίει γοερά. Κάποιοι προσπαθούν να την παρηγορήσουν αλλά αυτή…τίποτα. Ρωτάω και μου λένε ότι η κυρία αυτή δεν άντεξε όλα αυτά που ζούμε και με την εικόνα του ηλικιωμένου που κατέρρευσε, ξέσπασε.
Πλησιάζω κι εγώ να βοηθήσω.
- Κυρία μου, συμβαίνουν αυτά, της λέω. Στη ζωή αυτή όπως τη διαμορφώσαμε πρέπει να είμαστε δυνατοί. Αλλιώς θα γεμίζουμε συνεχώς το στομάχι μας με δεκάδες πληγές.
Με κοίταξε στα μάτια και με ρώτησε;
- Κύριε Μάκη δεν με γνωρίσατε;
- Κάτι μου θυμίζετε κυρία μου αλλά βοηθήστε τη μνήμη μου σας παρακαλώ.
- Η Τασούλα είμαι κύριε Μάκη. Με είχατε μαθήτρια (μου είπε το όνομα, το επώνυμό της και το όνομα του χωριού).
- Τασούλα. Με συγχωρείς κορίτσι μου. Έπρεπε να σε θυμηθώ αμέσως. Πλάσματα ευαίσθητα σαν και σένα δεν ξεχνιούνται. Δεν πρέπει να ξεχνιούνται.
Δυστυχώς κορίτσι μου στη ζωή που φτιάξαμε, δεν χωρούν άτομα ευαίσθητα σαν και σένα. Σου έλεγα και τότε, σου το λέω και τώρα. Οπλίσου βρε κορίτσι μου, όσο μπορείς για να μπορέσεις ν’ αντέξεις την ασχήμια γύρω μας. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οπλίσου.
Με κοίταξε η Τασούλα με την απορία να καθρεφτίζεται έντονα στα μάτια της…
Έφυγα απότομα. Έφυγα επειδή καταλάβαινα ότι δεν θα μπορούσα να απαντήσω στα χιλιάδες ‘’γιατί’’ της παλιάς μου μαθήτριας.

 

Ιωσηφίδης Μάκης
(ΥΓ: Συγνώμη Τασούλα. Αυτήν την κοινωνία βρήκε η γενιά μου κι αυτήν σου παραδώσαμε. Είθε, η δική σου γενιά να τ’ αλλάξει όλα. Μέχρι τότε, κράτα…όσο μπορείς…)