Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019, 11:46:28 μμ
Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019 13:49

Νίκος Κωνσταντινίδης : Συγκρότηση μικτής επιτροπής για τη διάσωση της μνήμης του ποντιακού ελληνισμού

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Αν και πέρασαν δύο μήνες περίπου, από τότε που το συγκεκριμένο θέμα ήταν στην επικαιρότητα οι "Ειδήσεις" το φιλοξενούν,

επειδή έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον ποντιακό κι όχι μόνο ελληνισμό. Αναφερόμαστε στη συνάντηση που είχε ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Αλέξης Τσίπρας με ποντιακούς φορείς του στο ΥΜΑΘ, το Σάββατο 18 Μαΐου 2019.
Στη συνάντηση αυτή στην οποία πήραν μέρος εκπρόσωποι από την Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδας (ΠΟΕ), την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων (ΠΟΠΣ), την Πανελλήνια Ομοσπονδία Παλιννοστούντων Ομογενών Προσφύγων από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι πρόεδροι των Σωματείων «Παναγία Σουμελά» και «Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτα», εκπρόσωπος της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εξήγγειλε ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας τη δημιουργία δύο μουσείων ποντιακού ελληνισμού στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, καθώς επίσης να χαρακτηριστεί η Αρετσού - Καλαμαριά τόπος Ιστορικής Μνήμης των Απολυμαντηρίων, όπως και η Μακρόνησος και η Σαλαμίνα, σε συνεννόηση με τους αρμόδιους φορείς και δήμους.
Ήταν η πρώτη συνάντηση που έγινε ποτέ πρωθυπουργού με το σύνολο των ποντιακών φορέων, βασικό θέμα της οποίας ήταν επίσης και η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, και από την Τουρκία, καθώς είναι ιστορικά επιβεβλημένη.
"Η αναγνώριση της Γενοκτονίας δεν γίνεται για να αποτελέσει ένα μέτωπο αντιπαράθεσης με τους Τούρκους, αλλά γιατί αποτελεί τη σημαντικότερη και καλύτερη δυνατή προϋπόθεση, ότι αυτά δεν θα ξανασυμβούν" είπε ο πρώην πρωθυπουργός.
Τους ποντιακούς φορείς εκπροσώπησαν οι: Χρήστος – Δημήτριος Τοπαλίδης, πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος ο οποίος χάρισε στον Αλέξη Τσίπρα το σήμα - λογότυπο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και το τοποθέτησε μάλιστα στο πέτο του σακακιού του, η Χριστίνα Σαχινίδου, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων η οποία χάρισε στον Αλέξη Τσίπρα μία ποντιακή λύρα, ο πρόεδρος του σωματείου «Παναγία Σουμελά» Γιώργος Τανιμανίδης ο οποίος παρέδωσε στο Αλέξη Τσίπρα ένα ακριβές αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας Σουμελά, ο γενικός γραμματέας της ΠΟΕ Παύλος Γαλεγαλίδης και ο Γιώργος Βαρυθυμιάδης πρόεδρος ΣΠΟΣ νότιας Ελλάδας και νήσων.
Στη συνάντηση του με τους φορείς ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ανήγγειλε τη σύσταση μικτής επιτροπής με κυβερνητικούς παράγοντες και εκπροσώπους των ποντιακών σωματείων. "Δεν αξίζει τον κόπο να κάνουμε παράλληλες δράσεις, δεν αφορά αυτό ούτε κόμματα, ούτε πολιτικές απόψεις. Όλοι μας πρέπει να κινηθούμε για τον ίδιο σκοπό, ώστε να δημιουργηθούν δύο τόποι μνήμης. Ένα μεγάλο θεματικό πάρκο εδώ, στη Θεσσαλονίκη και ένα αντίστοιχο μουσείο στην Αθήνα, που να αναδεικνύουν τη θυσία του ποντιακού πολιτισμού. Ένα μουσείο, ένα θεματικό πάρκο με αναφορά στο ποντιακό στοιχείο και την προσφυγιά. Ταυτόχρονα προτείνω να κινηθούμε το επόμενο διάστημα, προκειμένου να αναδείξουμε ως σημαντικό τόπο ιστορικής μνήμης τα απολυμαντήρια της Αρετσούς, στα οποία περισσότεροι από 20.000 πρόσφυγες έχασαν τη ζωή τους, με ένα μνημείο το οποίο αν συμφωνήσουμε και με τους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα μπορέσει πολύ γρήγορα να φτιαχτεί στην πλαζ της Αρετσούς, ως τοπόσημο μνήμης για τη θυσία του ποντιακού ελληνισμού", είπε κλείνοντας.
Η συγκρότηση της μικτής Επιτροπής, δημοσιεύτηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (31 Μαΐου 2019 - Αρ. Φύλλου 2009-Τεύχος δεύτερο) και φέρει την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα.
Η μικτή επιτροπή θα αποτελεί ένα αποτελεί ένα θεσμικό εργαλείο αξιοποίησης από τον οργανωμένο ποντιακό χώρο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ιστορικά πρωτοβάθμια σωματεία, ιερά καθιδρύματα αλλά και Ποντιακές Ομοσπονδίες απανταχού της γης θα καλούνται να καταθέτουν τις προτάσεις τους στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, διαδραματίζοντας ουσιαστικό ρόλο στη συνδιαμόρφωση των θεμάτων του ποντιακού ελληνισμού, στη διάσωση, τη διάδοση και τη δικαίωση της ιστορικής μνήμης, της παράδοσης και του πολιτισμού, καθώς και στην αναγνώριση της γενοκτονίας και από τους Τούρκους.
Οι εκλογές που ακολούθησαν στις 7 Ιουλίου 2019 είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή της κυβέρνησης στη χώρα. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κυβέρνηση θα δει τα αιτήματα των Ποντιακών Ομοσπονδιών από κοντά και θα τα προχωρήσει σε όλες τους τις κατευθύνσεις.
Σχετικά με τα λοιμοκαθαρτήρια της Αρετσούς- Καλαμαριάς και την ανέγερση προσφυγικού μνημείου σε συγκεκριμένο χώρο, στο φάκελο που παραδόθηκε στον Αλέξη Τσίπρα ήταν και δύο άρθρα του συνεργάτη μας, εκπαιδευτικού και συγγραφέα Νίκου Κωνσταντινίδη, δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Εύξεινος Πόντος" με τίτλο "Καλαμαριά-λοιμοκαθαρτήρια" και "Κώστας Γαβριηλίδης". Στην σημερινή μας δημοσίευση παραθέτουμε ολόκληρο το πρώτο άρθρο και σε επόμενο φύλλο θα ακολουθήσει και το δεύτερο άρθρο για τον Κ. Γαβριηλίδη, βουλευτή Κιλκίς που φιλοξενήθηκε στα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς στα χρόνια της προσφυγιάς.

"Καλαμαριά –
λοιμοκαθαρτήρια"
Το «Θέμις» φορτωμένο με πρόσφυγες από τον Καύκασο κατέπλευσε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την 1η Γενάρη του 1921. Η χαρά του ερχομού και η πίκρα του ξεριζωμού συνέθεταν μια εικόνα από ανάμεικτα αισθήματα. Ο ξεριζωμός από την παλιά πατρίδα κι ο ερχομός στη νέα προκαλούσε συναίσθημα χαρμολύπης, που φαινόταν στα πρόσωπα των προσφύγων. Πρώτος σταθμός η Καλαμαριά (Καραπουρνού) και τα λοιμοκαθαρτήρια. Εξήντα θάλαμοι σε σχετικά μικρή απόσταση από τη θάλασσα, στερεωμένοι πάνω σε ξύλινους πασσάλους, μισό μέτρο περίπου από το έδαφος, με στέγη καλυμμένη από πισσόχαρτο, ήταν τα ονομαζόμενα λοιμοκαθαρτήρια. Κάθε θάλαμος είχε έναν κοινό διάδρομο και κοινόχρηστα αποχωρητήρια για όλους. Η περιοχή της Καλαμαριάς επιλέχτηκε ως τόπος αποβίβασης και καραντίνας, επειδή, αφενός μεν ήταν μακριά από το κέντρο της Θεσσαλονίκης κι αφετέρου, επειδή στην Καλαμαριά υπήρχαν στοιχειώδεις στεγαστικές υποδομές κι ελεύθεροι χώροι για την απομόνωση και την απολύμανση των προσφύγων.
Επιπλέον, λόγω της απόστασης της περιοχής από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, εμποδιζόταν η μετάδοση ασθενειών.
Τα δημόσια λοιμοκαθαρτήρια ή απολυμαντήρια ήταν ξύλινα παραπήγματα, κατασκευασμένα το 1916 κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από στρατιώτες της Αντάντ για τις ανάγκες των συμμαχικών στρατευμάτων. Το έτος 1918 τα εγκατέλειψαν οι στρατιώτες και από το 1920 ως τις αρχές του 1924 αποτέλεσαν χώρο εγκατάστασης και καραντίνας δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο, τον Καύκασο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Η διαδικασία της απολύμανσης γινόταν ως εξής: Στο ένα παράπηγμα απολυμαίνονταν σε κλίβανο τα ρούχα, τα σκεύη και τα υπόλοιπα αντικείμενα των προσφύγων, ενώ στο άλλο κουρεύονταν κι έκαναν μπάνιο με κρύο νερό. Άντρες, γυναίκες και παιδιά παρέδιδαν τα ρούχα τους, για να μπουν στον κλίβανο, κι ύστερα πήγαιναν κάτω από το ντους για λούσιμο με ένα κομμάτι πράσινο σαπούνι. Μόλις τελείωνε η πρώτη φουρνιά, συνέχιζε η δεύτερη, η τρίτη κ.ο.κ. Μετά την απολύμανση ακολουθούσε η καραντίνα σε θαλάμους και σκηνές στην παρακείμενη περιοχή, όπου έμεναν κλεισμένοι οι πρόσφυγες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δίχως να έχουν δικαίωμα απομάκρυνσης για αποφυγή μετάδοσης ασθενειών.
Ο χώρος ήταν περιορισμένος και σύμφωνα με μαρτυρίες σε κάποια σημεία φυλασσόταν από στρατιώτες. Η διαδικασία της απολύμανσης και του κουρέματος ήταν μια σκληρή δοκιμασία για τους ήδη εξαντλημένους και εξουθενωμένους πρόσφυγες. Ο αποστειρωτικός κλίβανος κατέστρεφε τα ρούχα τους, γιατί πολλά από αυτά συρρικνώνονταν στο πλύσιμο. Το ίδιο συνέβαινε και με τα λιγοστά υπάρχοντά τους, εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας του κλιβάνου, ενώ το κούρεμα στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν, ήταν μια ψυχικά επώδυνη διαδικασία, ιδιαίτερα για τις γυναίκες, γιατί έχαναν ένα από τα ωραιότερα χαρακτηριστικά της εμφάνισής τους. Η οικογένεια του παπα-Γιώργη Χαριτίδη από το Καράουργαν του Καρς και κατόπιν της Μεγάλης Βρύσης Κιλκίς, όπου εγκαταστάθηκε, εξαιρέθηκε από το υποχρεωτικό κούρεμα στα λοιμοκαθαρτήρια, καθώς εστάλη τηλεγράφημα από την Αθήνα, που εντελλόταν τα παρακάτω: «Ο πρωθιερέας Γεώργιος Χαριτίδης, η πρεσβυτέρα Ευφροσύνη, οι θυγατέρες του Σόνια και Νίνα και η παιδίσκη Αιμιλία να εξαιρεθούν από τις διαδικασίες του λοιμοκαθαρτηρίου». Υπογραφή: Βασίλισσα Όλγα («Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς» Αθανάσιος Διαμαντόπουλος, Αθήνα 2001).
Το χειμώνα στα λοιμοκαθαρτήρια το κρύο έσπαγε κόκκαλα. Ο Βαρδάρης έμπαινε στις παράγκες από τις τρύπες και με απανωτές ριπές μαστίγωνε κατάσαρκα τους πρόσφυγες. Οι τοίχοι όπως και το πάτωμα είχαν χαραμάδες, απ’ όπου έμπαιναν ποντίκια και μικρά ερπετά. Σε κάθε παράγκα διέμεναν 10 - 15 οικογένειες. Οι αφηγήσεις των προσφύγων που πέρασαν από τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς δείχνουν πόσο σκληρή ήταν η διαδικασία της απολύμανσης. Η ανάγκη να περάσουν από τα λοιμοκαθαρτήρια ήταν επιβεβλημένη, για να μη μεταδοθούν μολυσματικές ασθένειες στο ντόπιο πληθυσμό. Από τη σκοπιά της δημόσιας υγιεινής τα λοιμοκαθαρτήρια ήταν απαραίτητα, ωστόσο η αντιμετώπιση των Καυκασίων θα μπορούσε να ήταν πιο ανθρώπινη.
Είναι γνωστό εξάλλου ότι η καταπολέμηση της ψείρας επιβάλλει το κούρεμα, όπως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες στα σχολεία της χώρας. Ο εξανθηματικός τύφος και η δυσεντερία, που ήταν σε έξαρση την εποχή εκείνη, θέριζαν τους πρόσφυγες κατά δεκάδες. Όποιον δεν τον έκαιγε ο πυρετός, τον τσάκιζε ο φόβος. Ο εξανθηματικός τύφος είναι ασθένεια που μεταδίδεται με τα περιττώματα της ψείρας και παρεισφρέει στο σώμα με τις αμυχές που προκαλούνται στο δέρμα από το ξύσιμο. Την εποχή που ήρθαν οι Καυκάσιοι στην Ελλάδα ήταν βαριά ασθένεια που οδήγησε ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων σε θάνατο, καθώς δεν υπήρχε η κατάλληλη αντιβίωση.
Στα λοιμοκαθαρτήρια σερνόταν η σκιά του θανάτου τις νύχτες ανάμεσα στους ζωντανούς. Όπου κι αν έπεφτε το μάτι σου, έβλεπες γέρους και νέους να σέρνονται αδύναμοι, μικρά παιδιά με φωνή ραγισμένη να ψάχνουν τους γονείς τους, να ζητούν χέρι να κρατηθούν και αγκαλιά να κουρνιάσουν. Και βρέθηκαν χέρια που τα πήραν αγκαλιά, καρδιές που τα αισθάνθηκαν σαν να ήταν δικά τους. Η περιοχή γύρω από τα λοιμοκαθαρτήρια γέμισε με τάφους. Η ζωή για χιλιάδες πρόσφυγες, για τους εξαντλημένους και τους εξαθλιωμένους, για τους ηλικιωμένους και τα καχεκτικά παιδιά, τελείωσε στην Καλαμαριά. Όλους αυτούς τους μνημόνευσε η ποντιακή μούσα με τα πιο λυπητερά της δίστιχα όπως:
«Και τ’ έρημον το Καραπουρνού και τριγύλ’ - τριγύλ’ ταφία, ανοίξτε και τερέστ’ α-τά, όλα Καρσί’ παιδία»
Εκτός από τα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς, ως χώροι υποδοχής προσφύγων, λειτούργησαν τα απολυμαντήρια του Κρωβ στην Πάτρα, τα απολυμαντήρια στο νησάκι του Αγίου Γεωργίου στη Σαλαμίνα (απ’ όπου πέρασαν 100.000 άτομα), στο νησάκι Βίδος στην Κέρκυρα και στη Μακρόνησο. Τα δύο τελευταία είναι γνωστά ως «νεκροταφεία» λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των χιλιάδων προσφύγων που άφησαν σ’ αυτά την τελευταία τους πνοή. Οι πληροφορίες σχετικά με τους πρόσφυγες που πέθαναν στα λοιμοκαθαρτήρια διίστανται και δεν είμαστε βέβαιοι για τον ακριβή τους αριθμό. Από τους Καυκάσιους που ήρθαν στην Ελλάδα πέθαναν πάρα πολλοί στην Καλαμαριά. Ο Γρηγόρης Τηλικίδης τους υπολογίζει σε 20.000 - 22.000.
Στη διδακτορική διατριβή της Μαρίας Κ. Γιώτα με τίτλο «Η πολιτική ένταξη των προσφύγων του 1922 στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», Θεσσαλονίκη 2005, παρουσιάζονται τα παρακάτω στοιχεία αναφορικά με τους θανόντες Καυκασίους: «Από τέλη Μαρτίου 1920 έως και Νοέμβριο 1921 μεταφέρθηκαν από το Βατούμ 30.718 πρόσφυγες με 16 ατμόπλοια. Κατόπιν μεσολάβησε ένα κενό διάστημα και από το Φεβρουάριο του 1921 μεταφέρθηκαν 20.610 πρόσφυγες με 7 ατμόπλοια» («Εφημερίδα των Συζητήσεων της Βουλής», συνεδρίασις 23, 20 Φεβρουαρίου 1924, σελ. 336-337).
Σύμφωνα με το μελετητή της «εξόδου» των Καυκασίων, του κ. Καζταρίδη, 30.000 από τους επιβάτες πρόσφυγες ήταν από το Καρς και οι υπόλοιποι ήταν Έλληνες πρόσφυγες από άλλες περιοχές του Καυκάσου. Το Μάρτιο του 1921 άρχισε η αθρόα αποστολή των Καυκασίων, που ήρθαν στην Ελλάδα. Στην περιφέρεια του Κιλκίς, η οποία ήταν τελείως ακατάλληλη για την εγκατάστασή τους στάλθηκαν πολλοί, ενώ οι ίδιοι ζητούσαν να εγκατασταθούν στα σύνορα. Και παρόλο που στην περιφέρεια του Κιλκίς σημειώθηκαν σημαντικοί αριθμοί θανάτων, η κυβέρνηση εξακολουθούσε την αποστολή και νέων πληθυσμών. Η θνησιμότητα στους καταυλισμούς εξαιτίας της πείνας, του ψύχους, του τύφου, της δυσεντερίας και της ανεπαρκούς ιατρικής περίθαλψης ήταν μεγάλη επί του συνόλου των προσφύγων.