Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017, 10:37:55 πμ
Κυριακή, 03 Σεπτέμβριος 2017 23:42

Νταλντούλρτ’ σαν οι φούσκεις, θειό;

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Του Αναστάσιου
Αμανατίδη. 

 

Είναι αλήθεια, ότι οι Στενημαχίτες διέθεταν καλύτερη κουζίνα, ομολογεί ο Δημήτρης Νικοπολιτίδης, που γνώριζε τα πράγματα από μέσα, ως μεγαλωμένος στον συνοικισμό Στενημαχιτών. Ιδιαίτερη ανάμνηση διατηρεί από τα παρασκευάσματα κρέατος των Στενημαχιτών, χοιρινά, βοδινά, γαρνιρισμένα με μυρωδικά, αλλά κυρίως από τα γευστικά λουκάνικα και τα πικάντικα ψηνορέφια και τα άλλα παρασκευάσματα του κιμά (μπιφτέκια, τζιγιεροσαρμάδες κλπ).


Οι Καυκάσιοι του καιρού εκείνου κάλυπταν τις διατροφικές τους ανάγκες με γαλακτομικά προϊόντα, χορταστικά ζυμαρικά παρασκευάσματα και οπωροκηπευτικά (λάχανα, τουρσιά κλπ). Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κασάπηδες του Κιλκίς και κρεοπώλες με μαγαζιά και με ειδικότητα στην παρασκευή και διάθεση στην κατανάλωση παρασκευασμάτων κρέατος και κιμά, ήταν Στενημαχίτες!
Ο Βασίλης Κουμπατής, ήταν ένα αγόρι με πολλές παραξενιές, που ήρθε με τους γονείς του στο Κιλκίς 2 – 3 χρονών, τον καιρό της μεγάλης μετοικεσίας από την πατρίδα του την Στενήμαχο. Ο πατέρας Γιώργος Κουμπατής άνοιξε κρεοπωλείο ψηλά στην 21η Ιουνίου, πλάϊ στις ‘’Τσούντενες’’* και απέναντι από τον μύλο Σαμαρά*. Όσοι καλοφαγάδες και μερακλήδες, ήξεραν από λουκάνικα και λοιπά, ψώνιζαν από του Κουμπατή! Δυστυχώς από την οικογένεια του εξαίρετου αυτού επαγγελματία δεν απέμειναν απόγονοι στο Κιλκίς, μιας και μοναδικός γιος Βασίλης κατέληξε μετά από χρόνια σε ίδρυμα!
…Τράβα, λέει κάποια μέρα του χειμώνα την καλή εποχή πριν από τον πόλεμο, ο πατέρας Γιώργος Κουμπατής τον ‘’αλαφρούτσικο’’ γιο του Βασίλη, …σύρι στουν ξάδερφου μ’ τουν Ουτσκούν’, κάτ’ απ’ τ’βάρια*  τ’ Γυμνάσιου το σπίτι τ’,  να σ’ δώκει τ’ άντερα π’ έφτιαξε για τα λουκάν’κα….   
Υπάκουος στα θελήματα ο γιος Βασίλης, περισσότερο για τις απαιτήσεις του δικού του στομαχιού, καθότι του άρεσαν ιδιαίτερα τα παραδοσιακά λουκάνικα, βρέθηκε με μια ανάσα στον μαχαλά των Στενημαχιτών, πιο κάτω από τον μανδρότοιχο του Γυμνασίου,  όπου το σπίτι του Ουτσκούνη,( από την γενιά του Ελληνοαμερικάνου ευεργέτη Κωνσταντίνου Ουτσκούνη και  συγγενή των Γουγλίδη), κασάπη και ειδικού στην επεξεργασία των εντόσθιων και εντέρων για τα περαιτέρω (καθαρισμός, αποξήρανση), ιδιαίτερα τον χειμώνα, τον καιρό της σφαγής των ζώων:
…Θειό, είπει η μπαμπά μ’, όσεις φούσκεις* νταντούλρτ’ σαν’*, κι θα τις πητάξ’ ς, να μ’ τις δώκ’ς να φτιάξ’ μι κι ‘μείς λουκάν’κα, να φάμ’!… Όσες νταλντούρτ’σαν κι θα τ ’ς πητάξ’ ς,    … άκ’σες;…  επανέλαβε ο ‘’λιγούρης’’ Βασίλης Κουμπατής και έγλειφε προκαταβολικά τα χείλη του…, ενώ χάϊδευε τα λεφτά του πατέρα στην τσέπη του…
Με το νταλντούρ’τσαν’, νταλντούρ’τσαν (περίσσεψαν, είναι για πέταμα), εννοούσε ο πονηρός Βασίλης,  να αποφύγει την πληρωμή και να τσεπώσει αυτός τα χρήματα του πατέρα Κουμπατή)

* ντ ’βάρια: στην καθομιλουμένη τα ντουβάρια, οι τοίχοι και οι μανδρότοιχοι.
* Αδελφές Τσούντενες: Οι καλοκάγαθες με το μπερεδάκι γνωστές ως ανεψιές από μάνα του καθηγητή Τσούντα.  Ο κόσμος τις ήξερε και τις αποκαλούσε έτσι. Το πραγματικό τους όμως επώνυμο ήταν Καλαφάτη. Το επώνυμο Καλαφάτη οδηγεί στον ιδρυτή του Παναθηναϊκού Καλαφάτη, του οποίου ήταν κοντινές συγγενείς.
* Μύλος Σαμαρά: Τον μύλο Σαμαρά τον λειτουργούσαν τότε οι  Φούντας και Αλαφούζος. ( Άλλο γνωστό όνομα στην ‘’οικογένεια’’ του Παναθηναϊκού! Γι’ αυτούς θα αναφερθούμε σε άλλο μας σημείωμα).
* ψηνορέφια: Είδος καλοζυμωμένου και καλοψημένου μπιφτεκιού της εποχής, από ανάμικτο χοιρινό και βοδινό καλοδουλεμένου κιμά της εποχής με το τσάγκρι. (πρωτόγονη συσκευή παρασκευής κιμά, μέχρι και τα χρόνια του μεσοπολέμου). Με αλάτι, πιπέρι κόκκινο και μαύρο και άλλα μπαχαρικά, διατίθετο στην αγορά κατά τεμάχια και ήταν περιζήτητα!  Κατά τον Βασίλη Άτσαλα, από όπου οι παραπάνω διευκρινιστικές πληροφορίες, πήρε το όνομα από το ψήνω και ορέγομαι!...
*φούσκες: στη στενημαχίτικη λαλιά φούσκεις (οι): πρόκειται για τις ουροδόχες κύστεις κυρίως των χοιρινών. Χρησιμοποιούνταν μετά από επιμελή κατεργασία, ως περιτύλιγμα στα ψηνορέφια.   
* νταλντούλρτ’σαν: στην καθομιλουμένη διαλέκτο της Στενημάχου: =  περίσσεψαν, είναι για πέταμα.
Κιλκίς Αύγουστος 2017                                                             
Α. Α.