Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018, 12:57:50 πμ
Παρασκευή, 13 Απρίλιος 2018 21:59

Πυροβολισμοί στον αέρα

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Του Ανδρέα Μακρίδη. 

Κλείνει περίπου ενάμισυς μήνας, από τότε που άνδρες της τουρκικής Χωροφυλακής συνέλαβαν τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς που είχαν εισέλθει στο τουρκικό έδαφος. Από την πρώτη στιγμή, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσε τη δυσφορία πολλών συμπολιτών μας, που την θεώρησαν αναιμική, υποτονική και φοβισμένη.

 

Πριν από λίγες μέρες, η Ελλάδα ανακοίνωσε πως τουρκικό ελικόπτερο που πετούσε στα όρια του ελληνικού εναερίου χώρου, αντιμετωπίστηκε με τροχιοδεικτικά πυρά. Τι συμβαίνει λοιπόν; Είναι η κυβέρνησή μας “ενδοτική”, ή “πατριωτική”;

Στις καθημερινές μας συζητήσεις για τις σχέσεις μας με την Τουρκία, συχνά θυμίζουμε τους νοσταλγούς ενός χαμένου ανδρισμού, που όποτε υπήρξε κατέληξε σε τραγωδία. “Ως πότε θα τους ανεχόμαστε;” αναρωτιέται ο ένας. “Αν δεν τους κατεβάσουμε ένα αεροσκάφος, δεν πρόκειται να βάλουν μυαλό” διαπιστώνει ο δεύτερος. Ο τρίτος είναι βέβαιος πως “όλοι οι πολιτικοί είναι προδότες και πουλημένοι”. Αλλιώς, “γιατί δεν αντιδρούμε;”.

Ας ξεκινήσουμε με κάποια πολύ απλά δεδομένα, που ένας τέτοιος διάλογος ασυνείδητα αφήνει απ' έξω. Ό,τι και αν συνέβαινε στο παρελθόν, η Ελλάδα σήμερα είναι μια καταχρεωμένη χώρα που κρέμεται κυριολεκτικά από τον τουρισμό. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια Έκθεση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ταξιδίων και Τουρισμού (WTTC), ο συγκεκριμένος τομέας εισέφερε άμεσα το 2016 στην Ελλάδα, έσοδα 13,2 δισ. ευρώ, και έμμεσα (αν υπολογίσει κανείς και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις που σιτίζονται από τον τουρισμό) 32,8 δισ. ευρώ. Ο τουρισμός και τα ταξίδια καλύπτουν το 11,8% των θέσεων εργασίας, ενώ συνυπολογίζοντας και την συνεισφορά τους στα υπόλοιπα επαγγέλματα, το ποσοστό ανέρχεται σε 860.500 θέσεις εργασίας, ή ποσοστό 23,4%. Με λίγα λόγια, ο ένας στους τέσσερις Έλληνες περίπου, χρωστά την εργασία του στην διατήρηση και ανάπτυξη του τουριστικού τομέα.

Αν κανείς υπολογίσει ότι η κυβέρνηση αναζητά για το έτος 2019 ένα “μαξιλάρι” από έσοδα 15 δισ. ευρώ για την κάλυψη δανειακών και άλλων υποχρεώσεων, αντιλαμβάνεται κανείς τι θα σήμαινε για τη χώρα μια ραγδαία μείωση των τουριστικών κρατήσεων λόγω ενός θερμού επεισοδίου, ή ενός παρατεταμένου θερμού κλίματος στο Αιγαίο.

Για τον γείτονα, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Ένα από τα κλισέ που χρησιμοποιούμε στο δημόσιο διάλογο, είναι πως η Τουρκία συνηθίζει να κάνει “εξαγωγή κρίσης” - δηλαδή να αντιμετωπίζει εσωτερικά της προβλήματα με προκλητικότητα έναντι της Ελλάδας. Αυτό είναι σωστό όταν μιλάμε για τις δημόσιες δηλώσεις του Τούρκου σουλτάνου, δεν έχει ωστόσο πραγματικό βάθος. Η τουρκική λίρα παρουσίασε προ ημερών ιστορικό χαμηλό φτάνοντας περίπου στο 1/5 του ευρώ, ενώ το χρέος των τουρκικών εταιρειών σε ξένο νόμισμα έχει διπλασιαστεί από το 2009 και μετά, και πλέον ανέρχεται σε 328 δισ. δολάρια (ή 40% του ΑΕΠ). Έχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο η Τουρκία, να επιθυμεί να θυσιάσει μια σταθερή πηγή συναλλάγματος όπως είναι ο τουρισμός της, μόνο και μόνο για να κάνει μια επίδειξη τσαμπουκά απέναντι στην Ελλάδα;

Ένας τρίτος παράγοντας που αγνοούμε στις συζητήσεις μας, είναι πως η Νοτιοανατολική Μεσόγειος γενικότερα, βρίσκεται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού μεταξύ της Ρωσίας και της συμμαχίας ΗΠΑ-Ε.Ε.. Στο βαθμό που η τελευταία εκφράζεται μέσω του ΝΑΤΟ, το λιγότερο που χρειάζεται σήμερα η Βορειοατλαντική Συμμαχία, είναι μία ελληνοτουρκική κρίση, λίγα μόλις εκατοστά στο χάρτη δυτικότερα της Συρίας – και μάλιστα στην περιοχή του Αιγαίου, όπου το ΝΑΤΟ έχει κληθεί απ' την Ελλάδα για την εποπτεία των προσφυγικών ροών.  

Δεν υπάρχει λοιπόν πρόβλημα με την Τουρκία; Πρόβλημα υπάρχει, και οξύνεται στο βαθμό που εμείς και η Τουρκία ανταγωνιζόμαστε για το ποιος θα φανεί πιο χρήσιμος, πότε στους δυτικούς “συμμάχους” μας και πότε στον ρωσικό παράγοντα που φιγουράρει ως εναλλακτική λύση. Όσο περισσότερο ωστόσο αξιώνουμε απ' την κυβέρνησή μας να κατατροπώσει τον αντίπαλο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού αυτού, τόσο περισσότερο θα πολλαπλασιάζουμε τους “πυροβολισμούς στον αέρα” που θα γεννάνε στη συνέχεια νέες ανάγκες εθνικής επιβεβαίωσης. Με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται.