Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019, 11:50:41 μμ
Κυριακή, 04 Αυγούστου 2019 20:34

Τάσος Γιοβανούδης: Δεκαπενταύγουστος του 1953 Αναμνήσεις ενός στρατιώτη από το πανηγύρι του Κεντρικού

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

- Κουμπαρούδ που υπηρετείς τώρα, με ρώτησε όταν με είδε, μετά την αποφοίτησή μου από τη σχολή της Χωροφυλακής, ο νουνός μου ο Παναγιώτης.
- Στο Μυλοχώρι του Κιλκίς του απάντησα.

 

- Βρε βρε, είπε λίγο αιφνιδιασμένος, απορημένος και πολύ συγκινημένος. Kοντά το Κεντρικό!!!!.
- Ναι είπα και τότε αυτός άρχισε την αφήγηση:
- Στο Κεντρικό και στη Βάθη υπηρέτησα το 1953, ημιονηγός. Καλά πέρασα, με τους στρατιώτες, αλλά και τους αξιωματικούς. Είχαμε ένα λοχαγό, λεβεντιά.
Πανηγύρι έχει της Παναγιάς, το δεκαπενταύγουστο. Πολύς κόσμος κουμπαρούδ΄, πολύς χορός, μεγάλο γλέντι με λίρες και κλαρίνα, στην πλατεία κοντά στο ποτάμι. Είχε εκεί και ένα μαγαζάκι, μπάρμπα Ισαάκ τον έλεγαν, είχε μπροστά και ένα τρανό μα πολύ τρανό πλατάνι.
Μια βδομάδα νωρίτερα, ο λοχαγός μας, είπε ότι στο πανηγύρι θα παλέψουν μεταξύ τους οι λόχοι και όποιος θέλει μπορεί να βγει αναφορά και να δηλώσει συμμετοχή.
Παλληκαράκι εγώ, νταβραντισμένος και ξεκούραστος στο στρατό, παρουσιάστηκα στην αναφορά:
Παρασκευούδης Παναγιώτης, ημιονηγός, εκ Μεσσούνης Κομοτηνής, θέλω και εγώ να παλέψω.
Συγκεντρώθηκαν οι στρατιώτες, τρεις λόχοι ήμασταν, στην πλατεία, γύρω από το πλατάνι και αρχινήσαμε να παλεύουμε. Ήμασταν πολλοί, πάλεψα πέντε φορές, νίκησα και τις πέντε και στο τέλος μείναμε δύο, εγώ και ένα Πειραιώτης.
-Παρασκευούδη, μου λέει στο αυτί ο λοχαγός, αυτός είναι παλαιστής στο Εθνικό στον Πειραιά, πρόσεχε, ξέρει λαβές, έχει τέχνη στο πάλεμα, πώς τον βλέπεις.
-Τον κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω και είπα: Μη φοβάσαι κυρ λοχαγέ, θα τον κάνω ζάφτι
-Παρασκεούδη είπε, αν τον νικήσεις, τριάντα μέρες άδεια θα σου δώσω και άλλο αγγαρεία δεν θα κάνεις μέχρι να απολυθείς.
Μας φώναξαν, δώσαμε τα χέρια και ένας λοχίας, που ήταν διαιτητής, σφύριξε και είπε:
- Άϊντι αρχινά η πάλη.
Με τη σκελέα εγώ, με το παντελόνι της πάλης αυτός, γυρίζουμε γύρω-γύρω, απλώνεται να με πιάσει αυτός, τραβιέμαι εγώ, πάλι απλώνεται, ξανά εγώ τραβιέμαι. Αχ λέω από μέσα μου, αν μπορέσω και σε πιάσω να δεις εσύ πώς παλεύει ο τσομπάνος, αλλά πώς θα βρω την ευκαιρία.
Οι στρατιώτες φωνάζουν, Παρασκεούδης, Παρασκεούδης,……, όλοι με μένα ήταν.
Κάποια στιγμή, με έπιασε από το αριστερό χέρι, γύρεψε να με κάνει κωλοτούμπα, αλλά όμως εγώ πρόλαβα και τον άρπαξα από τη μέση, μόλις αυτός γύρισε και τον έσφιξα, σα μέγγενης.
Τον έσφιξα τόσο δυνατά που κόντεψε να σκάσει. Μόλις άρχισε να παραδίνετε τον σηκώνω ψηλά στον αέρα και τον μπουμπούνιξα στο χώμα. Έσκασε σαν καρπούζι και εγώ ξαπλωμένος από πάνω του δεν τον άφησα ούτε ανάσα να πάρει. ούτε να κουνηθεί.
Σφύριξε ο λοχίας, σηκωθήκαμε, σήκωσε το χέρι μου, ήμουν νικητής. Έτρεξαν οι στρατιώτες από το λόχο μου, με σήκωσαν στα χέρια φώναζαν το όνομά μου και με παρουσίασαν μπροστά στο λοχαγό.
Ο λοχαγός με κοίταξε, ήταν περήφανος που νίκησε ο λόχος του, με έδωσε συγχαρητήρια, μπράβο είπε Παρασκεούδη. Συγχαρητήρια στενοχωρημένοι με έδωσαν και οι άλλοι δυο λοχαγοί.
Σε λίγες μέρες διάβασε την ημερήσια διαταγή με την άδεια για τριάντα μέρες. Μέχρι που απολύθηκα, τα Χριστούγεννα, ούτε αγγαρείες, ούτε υπηρεσίες έκανα, ο λοχαγός τήρησε το λόγο του.

Έμελε εγώ, ο βαφτιστικός του να είμαι αστυνόμος εκεί το 1969, για να γίνει γνωστή η ιστορία αυτή, που γράφτηκε στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο του Κεντρικού Κιλκίς, πριν τόσα χρόνια.

- Ναι, κουμπαρούδ, θα έρθω στο Κιλκίς, να πάμε να δούμε το Κεντρικό, το στρατόπεδο, τον πλάτανο, να πιούμε τσιπουρο στου μπάρμπα Ισαάκ το καφενείο, απαντούσε στις πολλές προσκλήσεις μου.

Λυπούμαι που δεν έγινε πράξη η υπόσχεση του. Έφυγε σχετικά νέος από τη ζωή.
Στη φωτογραφία είναι πρώτος αριστερά όρθιος, λίγα χρόνια αργότερα, σε υπαίθριο γλέντι στο χωριό.
Ποιος ξέρει, ίσως στον άλλο κόσμο που πήγε να αντάμωσε με τον Πειραιώτη παλαιστή, πιθανόν και με το λοχαγό του καθώς και με τον μπάρμπα Ισαάκ και να θυμούνται το πανηγύρι της Παναγίας του 1953 στο Κεντρικό.
Ο πλάτανος είναι εκεί και θυμάται το «νταβραντισμένο» τσομπανόπουλο, από τη Μεσσούνη Κομοτηνής, που έσκασε, σαν καρπούζι, τον Πειραιώτη επαγγελματία παλαιστή, θυμάται όλα τα πανηγύρια, όσα έγιναν πριν και μετά το 1953, μόνο που οι καιροί άλλαξαν, δεν υπάρχουν πλέον στρατιώτες, δεν στήνονται παλαίστρες και οι μόνιμοι κάτοικοι του Κεντρικού έμειναν ελάχιστοι, παππούδες και γιαγιάδες. Όμως, στο πανηγύρι τέτοιες μέρες γεμίζει το χωριό και θυμίζει τις δόξες του Κεντρικού.
Χρόνια Πολλά και η Παναγία πάντα αρωγός.
Τάσος Γιοβανούδης
Αύγουστος 2019

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Αλήθεια κι αναλήθεια Φλωρίδης: Κεντρώος Διπολισμός »