Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018, 2:06:56 μμ
Τρίτη, 15 Μαΐου 2018 21:48

Το τάμαν και το θάμαν. Ο Άη Γιάννης της Γιάτζιουλους, ο θαυματουργός

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)

Του Αναστάσιου Αμανατίδη.

 

Κλήθηκα νωρίς ένα βράδυ του Φθινοπώρου του ’92 να δω ιατρικά την κυρά Μαρία, στο σπίτι του γιου της Κώστα. Το κουρασμένο κορμί της υπέργηρης, βασάνιζαν από χρόνια τα αρθριτικά της, με μόνιμους πόνους στις κινήσεις που γίνονταν σχεδόν ανυπόφοροι όταν επρόκειτο να χαλάσει ο καιρός!

 

Από την προηγούμενη καταλάβαινε ότι αύριο θα βρέξει και έπαιρνε τα μέτρα της η σωματώδης Μαρία! Βαρύ κόκκαλο η γραία, το σώμα της γινόταν βαρύτερο από τους πόνους, όσο ανέβαιναν τα σύννεφα απειλητικά στον ορίζοντα της Κρούσσας! Από την προηγούμενη μέρα καταλάβαινε αν θα βρέξει την επομένη! Όσο περνούσαν τα χρόνια η κατάσταση πήγαινε στο χειρότερο. Ιδιαίτερα όταν έμπαινε το βροχερό Φθινόπωρο. Καθιέρωσε μια φορά το χρόνο να επισκέπτεται τον γιατρό. Να ανανεώσει την παλιά διάγνωση των αθώων αρθριτικών. Επρόκειτο για εκφυλιστική και παραμορφωτική οστεοαρθρίτιδα, όπως λένε οι γιατροί, συνηθισμένη κατάληξη των κουρασμένων σωμάτων, ανθρώπων, που ανάλωσαν τη ζωή τους στους ποδαρόδρομους και τις αγροτικές ασχολίες του χωριού, προνόμιο των προχωρημένων ηλικιών και αφορά κυρίως τις μεγάλες αρθρώσεις, όπως τα γόνατα, οι ώμοι, τα λαγόνια…
   Ήταν και καλή συζητήτρια η κυρά – Μαρία. Χειριζόταν καλά την ποντιακή και το μυαλό της διατηρούνταν καθαρό, γεμάτο αναμνήσεις! Κάθε φορά που συνέβαινε να περάσω από το σπίτι της στο χωριό, άνοιγε κουβέντα για την πατρίδα. Σύγκρινε τα βάσανα, τα εκεί με τα εδώ. Μεγαλωμένη στον Αγιαντών της ενδοχώρας της Ορντού (Κοτυώρων), διατηρούσε ισχυρές βιωματικές μνήμες από τα τελευταία φρικτά γεγονότα εις βάρος της φυλής μας, πριν τον βαθιά τραυματικό εκπατρισμό. Ο Αγιαντών της Ορντούς δεν απείχε πολύ από την ορεινή Γιάτζιουλου, της συγγενικής οικογένειας του πατέρα μας Τήμου, ενώ ήταν πιο κοντά στο άλλο μεγάλο ελληνοχώρι το Τάμαλαν, της, αργότερα, μάνας μας Κεράσας Ζυγκιρίδου.
  Η κυρά Μαρία γεννημένη, όπως είπα, στον Αϊ Αντών Ορντούς του Πόντου, πατρίδας της αργότερα γνωστής αμερικανίδας Θυμίας Χάλλο, ηρωίδας του συγκλονιστικού βιβλίου ‘ΟΥΤΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ’  κόντευε τα ενενήντα, ήταν, όπως και η αδελφή της Χριστοδούλα, δεύτερη εξαδέρφη του πατέρα μας Τήμου, (Δήμου-Δημητρίου Αμανατίδη)  
  Μπορεί να ήταν σόϊ με τον πατέρα μου από την πλευρά της μάνας του Βαρβάρας, αλλά στο καταραμένο σεφκιέτ (σεφκιέτ: λ. τ.: η εξορία, οι γνωστοί εκτοπισμοί στην ενδοχώρα της Γενοκτονίας) του ‘μαύρου’ Ιούνη 1921, βρέθηκε με την οικογένειά της στην ίδια εξαντλητική  αποστολή με την μάνα μας Κεράσα, παιδίσκη τότε, από το γειτονικό, όπως είπαμε, με τον Αγιαντών, Τάμαλαν. Κατά την διετή περιπλάνησή της, από τον Αγιαντών της Ορντούς εις το Μπίτλις, το Χαρπούτ, τη Μαλάτεια, το Ντιγιαρμπεκίρ, το Χαλέπι, τη Βηρυτό, κατά την προσωπική τους περιγραφή, ίδια, για όσους διάβασαν, με την μαρτυρική περιγραφή του βιβλίου της Θέας Χάλλο, “Ούτε το όνομά μου” , ιδίως το πέρασμα του Ευφράτη, (τα έλεγε και η μάνα μας), ένωσε τη ζωή της με τα δεσμά του γάμου μέσα σε μια μάγαρα ( μάγαρα: λ. τ. υπόγεια στοά, σπηλιά, τρώγλη, παλιά ορυχεία), ως τόπο καταλύματος, με τον συνεξόριστο Λάμπο τον Φώτογλου, από το Ντελή Καγιά της Ορντούς επίσης.
  Η εξορία, εξορία, τα ζόρια της, ζόρια και ο σεβντάς, σεβντάς!
  Ανίκητη φυλή! *
   Την επισκέφθηκα, λοιπόν, εδώ στο Κιλκίς, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Μετά την σύντομη ιατρική εξέταση και την πειστική επιβεβαίωση της χρόνιας εξελικτικής φυσιολογικής αρθροπάθειας, μιας διάγνωσης, που ήταν αρκετή για την ψυχολογική ανόρθωση της ηλικιωμένης κυρά – Μαρίας, άδραξα την ευκαιρία και άνοιξα την συζήτηση περί πατρίδας και λοιπά.
 
 - Θεία Μαρία, πάντα έλεγα, αλλά καμίαν ’κί έτυχεν να ερωτώ σε,… εκείνεν η μεσσιαλιά (μεσέλ: λ.τ.:ιστορία, παραμύθι) με τα κερία και το θάμαν τ’ Αε-Γιάννε τη Γιάτζιουλους του χωριού του πατέρα μας, ς’σην πατρίδαν, έσ’ς ασλίν; (ασλίν, λέξη τουρκική εδώ σημαίνει
  Δεν έδειξε να ενοχλείται ή ούτε πως δυσκολεύεται να απαντήσει η κυρά Μαρία. Διατηρούσε ακέραιη την πίστη της στις πατρογονικές δοξασίες περί θεϊκών ή υπερφυσικών δυνάμεων, που καθόριζαν τις τύχες των ανθρώπων.
  …’Γιοχ, γιοχ, ο Αε Γιάννες τη Γιάτζιουλους, σο Μελέτ κι αν’, τρανός Άγιος έτονε… Εποίν’νεν θάματα…
   Πήρε μια ανάσα και συνέχισε.
  …Ακόμαν οπίσ’ ς’σ’ οσπίτ’ ’κ’ εκλώσταμε, κι η μάνα μ’ ερρούξεν  βαριαμέντσα! (έμεινε έγκυος)! Πήρε δεύτερη ανάσα…
  …Άμα τα κερία πα τ’ έταξαμ’ ατον, ντο κερία έταν!
  Δύο τσιαπέας μελεσσιδί κερίν… (τσιάπας: λ.ηχ.=παλάμες=χούφτες, κρούω τσιάπας = χειροκροτώ).
  Δεν μπορούσε να σηκώσει κεφάλι η μάνα της κυράς Μαρίας από το συνεχές γεννοβόλημα κοριτσιών. Μεγάλη η επιθυμία της να αποκτήσει γιο!
  Κάθε φορά που της προέκυπτε εγκυμοσύνη, έβγαινε κορίτσι.
  Εναπέθεσε τις ελπίδες της πλέον στον Θεό και τους Αγίους.
 Άκουσε για τον Αϊ Γιάννη της Γιάτζιουλους Μελανθίας, (τα εκθεμελιωμένα ερείπιά του κοντά στο Μπαϊνταρλί – Ρεσατιάς του σημερινού νομού Τοκάτης), όπου και οι συγγενείς της, ο πατέρας μου Τήμος και τα αδέλφια του Σολομών (πάππος του μηχανικού Κιλκίς Σολομών Αμανατίδη) και Γιάννης Αμανατίδη (πάππος του σημερινού υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Αμανατίδη) και κίνησε να τον παρακαλέσει για αρσενικό και να τον ευχαριστήσει με ‘τη μελεσσιδί το κερί’ προκαταβολικά.
  Ήταν χειμώνας του 1918 - 19. Ανακωχή. Ο πόλεμος (Α΄ΠΠ) τελείωσε. Υπήρχε σχετική ελευθερία κινήσεων. Οι Έλληνες βρέθηκαν με το μέρος των νικητών. Οι Πόντιοι χριστιανοί ανεθάρρησαν.
  Όμως η βαριά χιονοθύελλα, που ενέσκηψε τις ημέρες εκείνες,απέκλεισε το εξωκκλήσι του Άϊ Γιάννη.. Οπότε ύστερα από τριήμερη φιλοξενία από την οικογένεια του Τήμου, εμπιστεύθηκαν στους αδελφούς ‘τη μελεσσιδί τα κερία’ για τον Άγιο και πήραν το δρόμο της επιστροφής για τον Αγιαντών.
   Ο Σολομών υπομειδίασε, έτριψε τα χέρια ο Τήμος, άστραψαν τα μάτια του Γιάννη!
   Τα κεριά δεν έφτασαν ποτέ και δεν άναψαν ποτέ για τον Άϊ Γιάννη!
  ‘Εποίκαν καλόν δουλείαν ς’ση ζ’ού το μαντρίν τα κερία, εκείνον την χρονίαν, ς’ση κόρλαμπας (σσιερολάμπ’) τον οδόν’. Κάθαν βράδον, όντας επέναμε ς’ σο μαντρίν,  έφτυναμ’ και έκαφταμ’ έναν’. Έκαψαμ’ τα κερία ς’σο μαντρίν και ς’σον Άϊ Γιάννε ’κί επήγανε! Ακόμαν αναμέν’ ο ζαβαλούς Αε-Γιάννες! (Κάνανε καλή δουλειά εκείνη τη χρονιά τα κεριά για τις ανάγκες του σκοτεινού στάβλου των ζώων, στη θέση της προβληματικής και πρόχειρης χειρόλαμπας…),  έλεγε με περισσή ειρωνική διάθεση  ο πατέρας Τήμος.
   Φαίνεται πως κάτι πρέπει να κληρονόμησε, ορθόδοξος αυτός, από τον προτεστάντη** πατέρα του. Ακόμη και μέχρι να εγκαταλείψει τα εγκόσμια το 1977 , χαμογελούσε ειρωνικά, κάθε φορά που σχολίαζε την θρησκοληψία και αγαθοσύνη των Ποντίων και όχι μόνον αυτών, αλλά και όσων άλλων, περί ταμάτων και θαυμάτων!
  Όμως η κυρά Μαρία επέμενε… Ο Αε Γιάννες εποίκεν το θάμαν ατ’! (ο Άη – Γιάννης έκανε το θαύμα του…)
  Και ντ’ έμορφον αγουρόπον έτονε! (Και ήτανε πολύ όμορφο αγοράκι)
 …Άσπρον, άσπρον, άμον τοχλίν! (τοχλίν: λ. τ., θρεμμένο και στρουμπουλό άσπρο αρνί).
  … Σην εξορίαν κιαν’ σην ράσια εμουν, μίαν ο είνας και μίαν η άλλεσα, τα αδελφοκόριτσα, εκουβάλναμ’ ατον.
 Αφκά ’κ’ επάτνεν!.  …Έναν είχαμ’ ατον!
   (Στην πορεία της εξορίας τον μεταφέραμε μία η μια και μία η άλλη στην πλάτη μας. Στο χώμα δεν πάτησε! Έναν και μονάκριβο τον είχαμε!..)
  …Έλα, έλα ‘κι έτονε τυχερόν να εζήνεν! Ας σα βάσανα τη εξορίας, ερρώστεσεν κι έναν ημέραν επέμνεν ς’σα σσιέρια μουν’… Εχάσαμεν το αγουρόπον δύο χρονών!
  Έκλαψαμ’ ατο. Πολλά έκλαψαμεν το μωρόπον.
  (Έλα όμως, που δεν ήταν γραφτό να ζήσει! Από τα βάσανα της εξορίας κάποια φορά αρρώστησε και έμεινε στα χέρια μας πεθαμένο… Χάσαμε δύο χρονών αγοράκι! Το κλάψαμε… το κλάψαμε πολύ το μωράκι…)   
  Άτότε έτονε π’ εχάσαμε, σ’ έναν ταραμονήν απέσ’ και την μικρέσσα την αδελφήν εμουν. Ακόμαν ακούω την λαλίαν ατ’ς… Άδελφίτσα μ’, μ’αφήν’τς ’με! (Τότε ήταν που μέσα στον χαλασμό της αβάσταχτης πορείας χάσαμε και την μικρή μας αδερφή… Ακόμα είναι στα αυτιά μου η φωνή της: Αδελφούλα μη μ’ αφήνεις…)                                     
  Άστραψαν τα μάτια της κυρα Μαρίας…
  Εκείνε πρέπ’ να ζει!. (Εκείνη πρέπει να βρίσκεται στη ζωή!...)
  Εί¨χε δύο ‘πισκίλια’,  (κρεατοελιές με μίσχο),  σο δεξίν τ’ ωτίν ατ’ς εμπροστά.  Ποίος εξέρ’ μέρ’ να ευρίεται!
(Είχε δύο κρεμάμενες κρεατοελιές στο μάγουλο μπροστά στο δεξί αυτί… ποιος ξέρει που να βρίσκεται…)
   Η κυρά Μαρία, από τον Αγιαντών της Ορντούς στον Άγιο Αντώνιο Κιλκίς, ξαδέρφη του πατέρα Τήμου, δεν ζεί πλέον. Μας άφησε χρόνους  τα επόμενα χρόνια…
  Λίγα χρόνια αργότερα, η υπέργηρη Ελληνοαμερικανίδα Θυμία Χάλλο, από τον Αγιαντών της Ορντούς, ηρωίδα του πολύκροτου βιβλίου, ντοκουμέντου της Γενοκτονίας των Ποντίων, “Ούτε το όνομά μου”, βρισκόταν με την κόρη της Θέα στον Άγιο Αντώνιο*** Κιλκίς, συνοδευόμενη από την μεταφράστρια του βιβλίου, ως διερμηνέα, και πλήθος ποντίων παραγόντων, αναζητώντας συγγενείς.
  Τα παιδιά των μακαρίτισσων πλέον αδελφών Μαρίας και Χριστοδούλας τις υποδέχθηκαν, ως συγγενείς.
  Ο Δήμαρχος Κρουσσών Γιώργος Γαβριηλίδης, στην προσφώνησή του, μεταξύ των άλλων υποσχέθηκε οικόπεδο!
  ‘Πισσκίλια’(μισχωτές κρεατοελιές) όμως κοντά στ’ αυτί, δεν ανευρέθησαν!
  Απογοήτευση!
   Δεν επέμεναν πολύ για τα επόμενα ονόματα που περιέχονται στη διήγηση του εξαίρετου βιβλίου.
  Αν και ήταν πολλοί ‘Βαρύτιμοι’, (το ανδρικό όνομα που κυριαρχεί στο βιβλίο), γνωστοί ‘Αντωνζλούδες’, σε Κιλκίς, Ροδώνα, Πλατανάκια, Κολοκούρι Κατερίνης.    
  Ίσως, θα έλεγε κανείς, ίσως ο ανικανοποίητος Άη Γιάννης του ορεινού εξωκλησιού της Γιάτζιουλους Μελανθίας του Πόντου, που μετεγκαταστάθηκε στο Παρόχθιο Κιλκίς και που γιορτάζει στις 29 Αυγούστου κάθε χρόνο, αναμένει το ανεπίδοτο, από τα αδέλφια Σολομών, Τήμο και Γιάννη Αμανατίδη, ‘μελεσσιδί’ κερί, (είπαμε, μην τάξεις του Άγιου κερί…), για να κάνει ξανά το θαύμα του, με την ανεύρεση των συγγενών της μακαρίτισσας, πλέον και αυτής, Θυμίας Χάλλο, της ηρωίδας του βιβλίου ‘Ούτε το όνομά μου’.
  ……..      
*.Δεν ήταν προϊόν νεανικών ερωτικών σκιρτημάτων οι γάμοι μέσα στα όλα της εξορίας. Ο φόβος της κακοποίησης των παρθένων από τον βάρβαρο Τούρκο, τις οδηγούσε σε εσπευσμένους γάμους, που ωστόσο αποδείχθηκαν  σταθερότατοι. Η μάνα Κεράσα λέει πως και η μεγάλη αδελφή της Μαρία παντρεύτηκε στην εξορία τον συνεξόριστο συγχωριανό της Χαράλαμπο και έζησαν μαζί αρμονικά παντρεμένοι 70 χρόνια!
**.Οι προτεστάντες ιεραπόστολοι (μισσιονάριοι), στις αρχές του 20στού αιώνα, με το δέλεαρ των παροχών κυρίως, προσυλήτισαν πολλούς στην περιοχή της Ορντούς  και Φάτσας, όπως και τον παππού μας Γεώργιο, που και αυτός υπέκυψε στις κακουχίες των αμελέ ταμπουρού.
 ***Από μικρή έρευνα προέκυψε, ότι το χωριό Άγιος Αντώνιος του Κιλκίς (πρώην Λέλοβο), πήρε το όνομά του κατά την αλλαγή των ονομάτων το 1927, από την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, που υπήρχε στο χωριό από την δεκαετία του 1880. Η σύμπτωση, παρά την εγκατάσταση σε αυτό των αδελφών Μαρίας, Χριστοδούλας και μερικών άλλων από τον Αγιαντών της Ορντούς του Πόντου είναι τυχαία.
 * Έγραφα σχετικά στην εφημ. ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ και στο περιοδικό ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ

Το παραπάνω άρθρο αφιερώνεται στο λαμπρό Κιλκισιώτη φιλόλογο και ερευνητή της Ιστορίας, και δη του ποντιακού ελληνισμού, Χρήστο  Σαμουηλίδη. Όλοι οι φιλίστορες Πόντιοι τού χρωστάμε πολλά.

ΚΙΛΚΙΣ Μάιος 2018