Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018, 5:59:07 μμ
Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017 20:56

Το θανατηφόρο βαγένι (κρασοβάρελο)

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Του Αναστάσιου Αμανατίδη. Είναι αξιοθαύμαστη η επιμονή του 90 χρονου και συν, συμπολίτη μας συνταξιούχου Γυμνασιάρχη Δημήτρη Νικοπολιτίδη, που θέλει να αποτυπωθούν στο χαρτί εικόνες της ζωής του παλιού Κιλκίς και να καταγραφούν σκηνές, που θα αποτελέσουν στοιχεία της ιστορικής πορείας της νεαρής κοινωνίας από της εγκαταστάσεως των πρώτων Κιλκισιωτών. Θέλει να κάνει κοινωνούς σε όλους, σε εμάς τους μεταγενέστερους  στα γεγονότα κάποιας εποχής, πιο πολύ αυτά του συνοικισμού Στενημαχιωτών, με τα οποία είχε άμεση ο ίδιος εικόνα λόγω γειτονίας.


   Ο Αναστάσης Γκιουλάκας (Γκιουλές), φτωχός Στενημαχίτης από τον συνοικισμό, χρησιμοποιούνταν από τους νοικοκυραίους σταφυλοπαραγωγούς, ως εργάτης για το ‘πάτημα’ (πολτοποίηση) των σταφυλιών, μπαίνοντας με γυμνά τα πόδια μέσα στα ξύλινα βαρέλια. Επίσης οι Κιλκισιώτες γνωρίζουν, ότι ο  Τσούντας ήταν μεν μια εμβληματική φιγούρα καθηγητή στο Γυμνάσιο Κιλκίς, εκείνο όμως που δεν ξέρουν, είναι ότι ο γερμανομαθής φιλόλογος, ήταν παράλληλα και μεγάλος αμπελουργός, με πολλά αμπέλια και σημαντική παραγωγή! Διέθετε δε και το μεγαλύτερο δρύινο βαγένι (κρασοβάρελο) του Κιλκίς, που κάθε φθινόπωρο δεχόταν στην τεράστια κοιλιά του την πλούσια σοδειά από τον τρυγητό του καρπού των αμπελιών του. Όσοι από τους παλαιότερους επιζούν, θυμούνται ότι το τεράστιο βαρέλι, μόνιμα κείτονταν στην αυλή του σπιτιού του στην οδό Αγίου Τρύφωνος, παραπλεύρως της σημερινής και της τότε οικίας Τσαγκάρη. ( Ο Τσούντας διέμενε εκεί με ενοίκιο)
   Εκείνη την ημέρα του φθινοπώρου του 1943, μέρες Κατοχής και ταραγμένες, μπήκε στο  μεγάλο βαρέλι του Κιλκίς, ο βιοπαλαιστής Γκιουλές.
   Όμως η τύχη έπαιξε άσχημο παιχνίδι σε βάρος του φτωχού Στενημαχίτη.
   Οι κραυγές των γυναικών, …πάει ο Γκιουλές… πνίγηκε ο καημένος…, κρίμα τον άνθρωπο… συνοδευόμενες με αναφιλητά, συντάραξαν τη γειτονιά. Ο Δημήτρης  Νικοπολιτίδης έφηβος, παιδί της γειτονιάς, θυμάται, πως πετάχτηκαν όλοι από τα σπίτια τους, μαζεύτηκε ο κόσμος, ανέσυραν οι πιο θαρραλέοι τον Γκιουλέκα, (Γκιουλέ), άλλοι είπανε να κρεμάσουν ανάποδα στο δένδρο τον δυστυχή! Πίστεψαν ότι πνίγηκε στον μούστο, που το επίπεδό του ανέβηκε ψηλά, μέχρι τη μέση του βαθιού βαρελιού!
    Μάταια όμως ανέμεναν να ‘ξεράσει’ κόκκινα υγρά ο συμπαθής Αναστάσης! Ο δυστυχής πήγε ήδη εκεί, που πάνε και δε γυρίζουν από άλλη αιτία!
   Ο φτωχός βιοπαλαιστής έπεσε θύμα της εισπνοής των αναθυμιάσεων, είπαν, όσοι ξέρανε, ότι το κερί σβήνει από έλλειψη οξυγόνου κατά την ζύμωση αν μπει αναμμένο στην ‘κοιλιά’ του θεόρατου βαρελιού! Τα τοξικά αέρια ως βαρύτερα από το οξυγόνο πιάνουν τον χώρο πάνω από τα τσίπουρα και μούστο, που όλο και ‘φούσκωνε’ από την προστιθέμενη σοδειά! Είπαμε ότι το βαρέλι του Τσούντα ήταν τόσο μεγάλο, πιο βαθύ από το ύψος όρθιου ανθρώπου! Βαθιά χαραγμένη έμεινε στη μνήμη των παιδιών, το πόσο εύκολα χάνεται μια ανθρώπινη ζωή από μη ορατούς κινδύνους!
   Ο Δημήτρης Νικοπολιτίδης δεν  θυμάται, αν η Στενημαχιώτικη οικογένεια Γκιουλέ ή Γκιουλέκα να άφησε, γνωστούς σε αυτόν τουλάχιστον, απογόνους. Ο μακαρίτης είχε και άλλον αδερφό αγροφύλακα τότε και μία αδερφή, για τους οποίους δεν γνωρίζει, αν μετεγκαταστάθηκαν και που αργότερα, ή και αν επέζησαν των δεινών της Κατοχής ή του Εμφυλίου, τύχη που είχαν πολλοί παλιοί Κιλκισιώτες.   
   Κιλκίς Δεκέμβριος 2017