Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020, 2:40:17 μμ
Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020 22:23

Του Καρτάλ(ι) – Το αρπακτικό πουλί - Θρακιώτ(ι)κο - Σιναπλιώτ(ι)κο μασάλι

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)

Η πάππους μας η Ήλιους υρνούσι του βράδ που του ντικιάν (καφενείο), χειμώνας κιρός ήταν κι σ΄νστράτα, όπους πάεινι ιά του σπίτ, βρίκι ένα Καρτάλ παγουμένου να ζαρών΄ σ΄νάκρα σ΄στράτα. Του λυπήθκι κι του πήρι μαζί τ.
Ήρθι στου σπίτ, η μπάμπου μας η Ιάννου κοιμάταν. Έβαλι του Καρτάλ κουντά σ΄σόμπα να ζισταθεί κι ξαπχώχθκι να κοιμθεί κι αυτός.


Κάναν κιρό, μισάνυχτα ήταν, η μπάμπου σκόθκει να κατουρίς΄, κι όπως ήταν αλαφιασμέν΄ που τουν βαθύ τουν ύπνου, γλέπ΄ του Καρτάλ να στέκιτι κι να τ΄νκοιτάζ κι αυτό τσιάκ (μέχρι) μέσα στα μάτια. Σκιάθκι, θάρσι είν η Χάρους π΄ ήρθει να τ΄νπάρ΄.
Που του φόβου τς, αντί να κατουρίς, χέσκι.
Αμά, μάνι-μάνι, κιρό δεν χάν΄, κι κρέν στου Καρτάλ.
«Τούτουν να πάρς, τούτον να πάρς κι δείχν τουν πάππου τουν Ήλιου, μη πάρς ιμένα. Καουά καό μ, καουά καό μ».
Η πάππους τ΄νάκσει κι κρέν΄ χουλιασμένους:
-Γαμού τ΄νπαλιόμπαμπους γαμού, συ κόψου νιά ανάπουδ στα μάτια, να διείς σύ που ιρεύς να πάρ ιμένα.
Καρτάλ είνι μαρί χαμέν΄, Καρτάλ, δεν είνι η Χάρους.
Ερμηνεία, για τους αμύητους στο Θρακιώτικο γλωσσάρι
Ο παππούς μας ο Ηλίας επέστρεφε το βράδυ από το καφενείο, χειμώνας καιρός ήταν και στο δρόμο, όπως πήγαινε για το σπίτι, βρήκε ένα Καρτάλ (αρπακτικό πουλί), παγωμένο να κάθετε φοβισμένο στην άκρη του δρόμου. Το λυπήθηκε και το πήρε μαζί του.
Ήρθε στο σπίτι, η γιαγιά μας η Γιαννούλα κοιμόταν. Έβαλε το Καρτάλ κοντά στη σόμπα να ζεσταθεί και ξάπλωσε να κοιμηθεί και αυτός.
Μετά από ώρα, μεσάνυχτα ήταν, η γιαγιά σηκώθηκε να κατουρήσει και όπως ήταν αλαφιασμένη από τον βαθύ τον ύπνο, βλέπει το Καρτάλ να κάθεται και να την κοιτάει και αυτό μέσα βαθιά στα μάτια. Φοβήθηκε, νόμισε είναι ο Χάρος που ήρθε να την πάρει.
Από το φόβο της, αντί να κατουρήσει, χέστικε.
Όμως, γρήγορα-γρήγορα, καιρό δεν χάνει και λέει στο Καρτάλ.
-Ετούτον να πάρεις, ετούτον να πάρεις και δείχνει τον παππού τον Ηλία, μην πάρεις εμένα, καλά καλό μου, καλά καλό μου.
Ο παππούς την άκουσε και λέει πολύ θυμωμένος.
-Γαμώ την παλιόγριας, γαμώ, σε αστράψω μια ανάποδη στα μάτια, να δεις εσύ που θέλεις να πάρει εμένα.
Καρτάλ είναι μαρί βλαμμένη, Καρτάλ, δεν είναι ο Χάρος.

Τάσος Γιοβανούδης
Ιανουάριος 2020