Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019, 5:15:45 πμ
Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019 22:41

Μάρτιος 1961 - Εορτασμός 25ης Μαρτίου 1821 «Ο βράχος και το κύμα»

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Διάβασα αυτές τις μέρες το ποίημα «Το μικρό χωριό» που έγραψε ο συγχωριανός μας Γ.Χ.Τ., όπου ξεχειλίζει η πικρία για την ερήμωση του μικρού μας χωριού, όπως βέβαια ερημωμένα αντικρίζουμε και όλα τα χωριά της πατρίδας μας. Πονά όμως περισσότερο η έλλειψη παιδιών, ειδικά αυτές τις μέρες των εθνικών εορτών.


Σημειώνει με πόνο ψυχής:

Η παιδική χαρά στη μικρή πλατεία,
αναρωτιέται, κλαίει, πονά, απ’ τη μοναξιά,
γιατί δεν την επισκέπτονται
πλέον, για να παίξουν τα παιδιά.

Το σχολείο κλειστό,
αντάμα, αγκαλιά με το νηπιαγωγείο,
στέκονται βουβά χωρίς μιλιά,
φωνές, τραγούδια απ’ τα παιδιά,
έμειναν άφωνα απ’ την σκληρή μοναξιά.

Ελπίζουμε και ευχόμαστε να ακουσθούν και πάλι παιδικές φωνές, στην πλατεία, στο νηπιαγωγείο, στο σχολείο του μικρού χωριού.
Λίγες στιγμές ίσως, από το δικό μας παρελθόν, από το μπαούλο των δικών μας αναμνήσεων, αυτές τις μέρες γιορτής της 25ης Μαρτίου, πιστεύουμε θα ξαναφέρουν θύμησες, αναμνήσεις της ιστορίας του χωριού, που θα χαροποιήσουν τους λίγους μόνιμους κατοίκους και τους πολλούς, που σκόρπισαν στα πέρατα της Ελλάδος και του κόσμου.

Η κυρία Τούλα, η δασκάλα μας, ετοίμασε ρόλους για τους μικρούς ηθοποιούς, που την 25η Μαρτίου 1961, θα παρουσίαζαν στο κοινό του μικρού μας χωριού, θεατρικές παραστάσεις, αναδεικνύοντας τη λεβεντιά και την ανδρεία των ηρώων της επανάστασης του 1821.
Η σκηνή στήθηκε δεξιά, στη συνέχεια και στο ύψος της σκάλας του μονοθέσιου δημοτικού σχολείου. Κουρελούδες, υφαντές κουβέρτες, άσπρα σεντόνια, μαξιλαράκια, σοφράδες και τραπεζομάντηλα συγκεντρώθηκαν, να στολίσουν την σκηνή.
Ο Τάσος και ο Αντώνης, μέρες τώρα έχουν απλωμένο στο πάτωμα ένα τεράστιο χαρτί, ζωγράφισαν με το μολύβι και τώρα χρωματίζουν με το πινέλο και τις νερομπογιές, το σκηνικό. Το σκηνικό έχει στο βάθος ένα βουνό, καφέ υψηλά, πράσινο χαμηλά, με μικρά δενδράκια, ποτάμι που κατεβαίνει από το βουνό, γεφυρούλες, πράσινο λιβάδι, όμορφα αγριολούλουδα και μεγάλα δένδρα στον κάμπο.

Όλα τα παιδιά ήθελαν να είναι επώνυμοι ήρωες. Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Διάκος, Γεροδήμος, Μπότσαρης, Σουλιώτης, Παπαφλέσσας και τόσοι άλλοι. Όμως οι ιστορίες είχαν και τούρκους, αρβανίτες, αιγυπτίους ακόμη και προδότες. Πικράθηκαν την πρώτη μέρα κάποια παιδιά, ένα δάκρυ από λίγους, λίγη μουρμούρα και τελικά, στην πορεία των δοκιμών είχαν ευτυχή κατάληξη και η τελική παράσταση έμεινε αξέχαστη.
Άλλωστε το κάθε παιδί συμμετείχε και σε δεύτερο και πολλές φορές τρίτο δρώμενο, όπου αποκαθίστατο το πρόβλημα, παίζοντας και εκείνο το ρόλο κάποιου επώνυμου εθνικού ήρωα.
Όμως η κυρά Δημητρούλα, δυναμική και ζόρικη, δεν το χώνεψε. Τούρκος και μάλιστα με φέσι ο Πασχάλης, δεν το πίστευε, δεν το αποδεχόταν. Έφτασε λοιπόν το επόμενο πρωί φουριόζα στο σχολείο, είδε τη δασκάλα στο γραφείο, έκανε τα παράπονά της, αλλά οι ρόλοι των λιλιπούτιων ηθοποιών δεν άλλαξαν. Η δασκάλα δεν άλλαξε γνώμη. Έτσι έφυγε πολύ-πολύ χολωμένη, απειλώντας με αποχή του Πασχάλη από τη γιορτή.

Τέλειωσε νωρίς εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό της 25ης Μαρτίου 1961 η λειτουργία και η δοξολογία και ο κόσμος συγκεντρώθηκε στην αυλή του σχολείου, περιμένοντας τη γιορτή.
Παρόν σχεδόν όλο το χωριό. Στην πρώτη γραμμή ο αστυνόμος με την γυναίκα του, ένας χωροφύλακας, ο πρόεδρος της κοινότητας, ο γραμματέας, ο ΠαπαΔημήτρης. Στη δεύτερη σειρά και οι δικοί μου αείμνηστοι γονείς. Ο μπαρμπαΧρήστος, ο πατέρας μου με το κασκέτο και η Ντόλη η μάνα μου, με τη μαντήλα, όπως όλες οι γυναίκες της εποχής, ανάμεσα σε καμιά εκατοσταριά γονείς και παππούδες, που περίμεναν να ακούσουν τους διαλόγους και τα ποιήματα, που επιμελήθηκε και έστησε με τέχνη και πολύ μεράκι η δασκάλα μας.

Ακούσθηκαν ποιήματα από τους μικρούς μαθητές και σύντομοι διάλογοι. Οι μεγαλύτεροι, ντυμένοι τσολιάδες, ελληνοπούλες με τις αυθεντικές τσούκνες της γιαγιάς, τούρκοι με τα πουτούρια (βράκες) του παππού, παπάδες με το ράσο και το πετραχήλι του παπαΜάρου ξύλινα σπαθιά και όπλα, όπλα όμως ακόμη και από τα ΤΕΑ, έστησαν ωραίες παραστάσεις, με όμορφους εθνικούς διαλόγους και πράξεις.

Και έφθασε η στιγμή για το επικό ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο βράχος και το κύμα»
Σώτος, ο γιος της δασκάλας, «το κύμα», που συμβολίζει τον υπόδουλο Ελληνισμό, Τάσος, ο αφηγητής, Πασχάλης, «ο βράχος», ο κατακτητής Τούρκος, με φέσι, χωρίς να πει λέξη και μάλιστα η σκηνοθεσία επέβαλε ακινησία και μάτια κλειστά.

Κατέβηκε λοιπόν από μέρες ο μικρός μαυροπίνακας από τα καρφιά, τυλίχτηκε με γαλάζιο χαρτί, ζωγραφίσαμε πάνω ένα αστέρι και ένα μισοφέγγαρο και τοποθετήθηκε στη μέση της σκηνής. Το σκηνικό έτοιμο. Άραξε λοιπόν ο Πασχάλης, ούτε διάβασε, ούτε αποστήθισε, ούτε κουράστηκε, γιαυτό και δεν διαμαρτυρήθηκε για το ρόλο του, γονάτισε έτσι ώστε να φαίνεται μόνο το κεφάλι του με το τούρκικο φέσι, έκλεισε και τα μάτια του.
Δεξιά στη σκηνή στημένος σε στάση απόλυτης προσοχής, με το περσινό παντελονάκι των γυμναστικών επιδείξεων, το τσολιαδίστικο πουκάμισο, τις κάλτσες και τα τσαρούχια ο Τάσος, άρχισε την αφήγηση:
-Μέριασε βράχε να διαβώ……..
και από την αριστερή πλευρά ο Σώτος, καλυμμένος με το ράσο του ΠαπαΔημήτρη, συνέχισε:
-Μέριασε μες τα στήθη μου……….
Πολλά χειροκροτήματα και μπράβο, ήταν η ανταμοιβή της μικρής μας ομάδας.

Η γιορτή, με τις πολλές παραστάσεις αντάμειψε όλα τα παιδιά σε διαφορετικούς και ποικίλους ρόλους. Χάρηκαν τα βλαστάρια τους, γονείς, παππούδες και συγγενείς.

Η κυρά Δημητρούλα, ήλθε στη γιορτή συννεφιασμένη στην αρχή, αλλά μετά το τέλος έφυγε χαρούμενη και ευτυχισμένη. Είδε και χάρηκε πραγματικά τα παιδιά της, ένα με το σύνολο του σχολείου, κάτω από τη φροντίδα, την αγάπη, άλλα κυρίως τη γνώση της δασκάλας μας.
Ανάμεσα στους θεατές, περήφανος για τον εγγονό του και ο παππούς Πασχάλης με τη μουστάκα του.

Μετά την παράσταση, η ανταμοιβή των μαθητών, πέρα από το χειροκρότημα και τα μπράβο, ήταν το πατροπαράδοτο λουκούμι, από το ξύλινο κουτί, που περιμέναμε με περισσή λαχτάρα. Το κερνούσε η κοινότητα στις εθνικές γιορτές. Όσοι όμως είχαν μέσον, έτρωγαν και λίγη λουκουμόσκονη.
Χρόνια πολλά, με εθνικούς και πατριωτικούς χαιρετισμούς.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, όμορφες, γλυκές και αξέχαστες οι αναμνήσεις μας. Μακάρι ο Θεός να μας χαρίζει χρόνια, ώστε τέτοιες μέρες να τις αναμοχλεύουμε, να τις φέρνουμε μπροστά μας. Ένα μνημόσυνο, οι αναμνήσεις μας αυτές και σε όσους και όσες από τους συμμαθητές μας δεν υπάρχουν πια. Στην Τασούλα, στην Σιδερούλα, στην Δήμητρα, στην Ελένη, στον Βαγγέλη, στον Πάνο, στο Γιάννη, στο Γιαννάκη, στο Δημήτρη, στον Αντώνη, στο Γιώργο, στο Μιχάλη και στον αξέχαστο και αγαπημένο φίλο μας, το «βράχο», τον Πασχάλη.
Τάσος Γιοβανούδης
Μάρτιος 2019