Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018, 11:31:03 μμ
Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018 22:06

Οι σφαγές στα ρωμιοχώρια της Βιθυνίας (Φούλατζικ, Λεύκη, Νίκαια κ.ά.) από τους τσέτες του Τάγματος της Κυανής Σημαίας του Τζιεμάλ μπέη

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Γράφει ο Απόστολος Καραγιαννόπουλος.

 

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα διεκδικούσε τρεις μεγάλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη Θράκη, την περιοχή της Σμύρνης και την περιοχή της Προύσας, στηριγμένη στους σημαντικούς Ελληνικούς πληθυσμούς. Την περιοχή της Νικομήδειας αρχικά την κατείχαν οι Άγγλοι ενώ διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφεται στο τέλος του Ιουλίου του 1920 με το παλαιό ημερολόγιο.

 

Από τις αρχές του 1920 ο Κεμάλ ξεκινά τον τουρκικό «απελευθερωτικό αγώνα», στον οποίο συμμετέχουν αντάρτικες ομάδες με τοπικούς αρχηγούς ή κεμαλικούς αξιωματικούς. Ενώ ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει το Μπαλίκεσιρ (Balikesir) στις 12 Ιουνίου 1920 (παλαιό ημερολόγιο) και την Προύσα στις αρχές Ιουλίου, Τούρκοι άτακτοι επιτίθενται στα ρωμιοχώρια της Βιθυνίας. Πρόκειται για το περιβόητο τάγμα Γκιόκ Μπαϊράκ (Gök Bayrak= Κυανή Σημαία), υπό τον αδίστακτο και αιμοδιψή Τζιεμάλ μπέη (Dağistanli Cemal Bey στην τουρκική βιβλιογραφία), Τούρκο με καταγωγή από το Νταγκεστάν του Καυκάσου.
Οι στόχοι της δράσης των αντάρτικων ομάδων κατά τις επιθέσεις στα ελληνικά χωριά είναι δυο. Ο πρώτος είναι η λεία, το πλιάτσικο. Ο δεύτερος είναι να εκδιώξουν ή να εξαφανίσουν το ελληνικό στοιχείο για να μεταβάλουν τη δημογραφική βάση των διεκδικήσεων της Ελλάδας. Η αποστέρηση οικονομικών πόρων, η αιχμαλωσία και θανάτωση των αρρένων μελών της κοινότητας, η γενετήσια προσβολή, ο εξευτελισμός και ο βιασμός των θηλέων και τέλος η τελετουργική διαπόμπευση και ο βασανισμός των ηγετών, συνήθως των ιερωμένων.
Όλα αυτά συνέβησαν στο Φούλατζικ βήμα προς βήμα και έχουν αποτυπωθεί στις αφηγήσεις των διασωθέντων καθώς και στα πρωτοσέλιδα ρεπορτάζ της εποχής
Τα χαράματα της Κυριακής 21 Ιουνίου (4 Ιουλίου με το νέο ημερολόγιο) ο Τζιεμάλ μπέης επικεφαλής των τσετών του Γκιόκ Μπαϊράκ και πλήθος οθωμανών χωρικών που τους ακολουθούσαν, πολιόρκησε το Φούλατζικ, στους λόφους βόρεια της λίμνης Ασκανίας. Αφού ασφάλισε όλα τα περάσματα, ώστε οι πολιορκημένοι να μην μπορούν ναι διαφύγουν, την Τρίτη 23 Ιουνίου 1920, μπήκαν πάνοπλα τμήματα στο χωριό και κάθισαν στα καφενεία της αγοράς Εκεί ο Τζιεμάλ μπέης κάλεσε τον πρόεδρο του χωριού Γεώργιο Χατζηχρηστίδη, τον ιερέα πάπα Φίλιππο Καλοκίδη και τους άλλους προκρίτους και τους διέταξε να παραδώσουν τα όπλα του χωριού, με την απειλή ότι θα επακολουθήσει έρευνα και αν σε κάποιο σπίτι βρεθούν όπλα, οι μεν ένοικοι θα σφαγιασθούν, το δε σπίτι θα πυρποληθεί.
Όταν παραδόθηκαν τα τουφέκια του χωριού, διέταξαν τον πρόεδρο και τον πάπα Φίλιππο να συγκεντρώσουν τα χρήματα και τα κοσμήματα του κόσμου, όπως και έγινε. Μέσα σε τρεις ώρες παραδόθηκαν στον δήμιο 1.800 λίρες της εκκλησίας σε χαρτονομίσματα, όλα τα κοσμήματα των γυναικών, καθώς και άλλες 3.000 λίρες χάρτινες που μαζεύτηκαν από τον κόσμο. Το μεσημέρι οι Τούρκοι πείνασαν και παρήγγειλαν στον κόσμο να συγκεντρώσει στα επτά (7) καφενεία της αγοράς τροφή για εξακόσια (600) άτομα. Ο κόσμος τρομαγμένος ανταποκρίθηκε και έφερε μέσα σε σάκους και κοφίνια άφθονα τρόφιμα ψωμί, τυρί, κρέας και γλυκά. Σε κάθε καφενείο καθόταν 30 - 40 τούρκοι, ενώ οι υπόλοιπο ήταν έξω και είχαν κυκλωμένο το χωριό. Στους κατοίκους του χωριού επικρατούσε σιγή θανάτου. Τελικά δόθηκε η εντολή στον πάπα Φίλιππο: Όλοι οι άντρες του χωριού από 14 ετών και άνω να συγκεντρωθούν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όπου δήθεν θα τους μιλούσε ο Τζιεμάλ μπέης. Όλοι τότε κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί και προσπάθησαν να κρυφτούν. Βλέποντας αυτό οι τούρκοι έβγαλαν «τελάλη» και απείλησαν ότι όποιος βρεθεί στο σπίτι του ή στον δρόμο θα τουφεκιστεί. Τελικά, γύρω στις 15.00 μ.μ., μετά από έρευνες και υπό την απειλή των όπλων οδηγήθηκαν στην εκκλησία περίπου 300 άτομα και κλείσθηκαν μέσα. Πορευόμενοι προς τον τόπο του μαρτυρίου έβλεπαν τις περιουσίες τους να λεηλατούνται από τους τούρκους. Εκατοντάδες μουλάρια και άλογα ήταν φορτωμένα με το βιός τους και οδηγούνταν έξω από το χωριό. Όταν οι μελλοθάνατοι συγκεντρώθηκαν στο Ναό, μπήκε μέσα ο σαδιστής Τζιεμάλ μπέης και, μπροστά στα μάτια των άλλων εγκλείστων, βασάνισε με απερίγραπτη βαρβαρότητα τον εβδομηντάχρονο ιερέα και εθνομάρτυρα παπά Φίλιππο. Τού πέρασε καπίστρι στο λαιμό και χαλινάρι στο στόμα, του έβγαλε με μαχαίρι το ένα του μάτι, τον έσυρε στο Ιερό, κι εκεί τον έσφαξε σαν αρνί, επάνω στην Αγία Τράπεζα. Έπειτα έσυραν το σώμα του έξω, με το κεφάλι να κρέμεται, τον έδεσαν πίσω από ένα άλογο, το έσυραν στους δρόμους του χωριού και το πέταξαν σε μια χαράδρα. Στη συνέχεια έδεσαν απ’ έξω την πόρτα της εκκλησίας και έβαλαν φωτιά για να κάψουν ζωντανούς τους κλεισμένους. Οι τελευταίοι προκειμένου ν’ αποφύγουν τον φρικτό θάνατο αποφάσισαν να σπάσουν την πόρτα και να ξεχυθούν έξω από το Ναό, γνωρίζοντας οτι τους περίμεναν τα τουφέκια και τα μαχαίρια των τούρκων. Πολλοί τουφεκίστηκαν βγαίνοντας, ενώ οι τραυματίες σφάχτηκαν στον περίβολο της εκκλησίας
Οι τούρκοι όμως δεν αρκέσθηκαν στους 300 της εκκλησίας. Γνώριζαν ότι ο ανδρικός πληθυσμός του χωριού ήταν μεγαλύτερος και για το λόγο αυτό συνέχισαν τις έρευνες στα σπίτια, πριν τα πυρπολήσουν.
Το σύνολο των νεκρών της σφαγής, μεταξύ των οποίων υπήρχαν και βρέφη δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί. Μέχρι σήμερα εντοπίσθηκαν 182 ονόματα, ενώ οι συνέπειες της φυγής στο βουνό, οι στερήσεις, οι ασθένειες και η πείνα προκάλεσαν ανεξακρίβωτο αριθμό επί πλέον θυμάτων.
Στο βουνό οι Φουλατζικιώτες παρέμειναν περί τις 40 ημέρες τρώγοντας αγριόχορτα και όσα δημητριακά κατόρθωναν να συλλέγουν από τον κάμπο οι ένοπλοι χωριανοί του Χατζή-Μπαρής που ήταν κρυμμένοι στο βουνό ήδη πριν από τη σφαγή. Τελικά κατεβαίνουν από το βουνό μετά σαράντα μέρες, όταν το Καραμουρσάλ καταλαμβάνεται από τον Ελληνικό Στρατό. Οι Φουλατζικιώτες καταφεύγουν στην Νικομήδεια και στην Πόλη από όπου θα σταλούν ως πρόσφυγες στη Λέσβο, στη Σάμο, στην Καλαμάτα , στον Βόλο και έχει ο Θεός
Τα γεγονότα αυτά εξιστορούν και οι θρήνοι των δύσμοιρων κατοίκων του Φουλατζικιού όπως τους κατέγραψε ο δημοσιογράφος Κων. Φάλταϊτς, ανταποκριτής της αθηναϊκής εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ όταν τους συνάντησε στους
καταυλισμούς της Νικομήδειας τον Μάϊο του 1921:
Κεμαλίν ανταμλαρί χαρμανλαρντάν ιντιλέρ,
Σαλέ γκιουνού Φουλατζιγι μπαστιλάρ,
γκιουζέλ καριλαρί αϊρί κοϊντουλάρ,
βε τσιπλάκ οϊναττιλάρ.
Τσοτζουκλαριμιζι όλμεντεν μεζαρά κοϊντουλάρ,
ερκεκλερί κλίσενιν ιτσιντέ γιαχτιλάρ,
παπαζιν αγζινά γκεμλερί γκετσιρντιλέρ.
Γετίς Γιουνανιστανίμ, γετίς, γιαρντίμ κίμσεντεν γιόκτουρ.
(Οι κεμαλικοί κατέβηκαν από τ’αλώνια,
κι ημέρα Τρίτη πάτησαν το Φουλαζίκ,
διάλεξαν τις ωραίες μας και τις έβαλαν γυμνές στο χορό. Έθαψαν τα παιδιά μας ολοζώντανα,
τους άνδρες έκαψαν στην εκκλησιά,
και στου παπά το στόμα πέρα¬σαν χαλινάρι.
Φθάσε Ελλάδα μου, φθάσε, δεν έχω βοήθεια).
--------------------------
«Πάνω στα βουνά του Κράν
Τυλίχτηκα και εκοιμήθηκα.
Έκλαψε το μωρό μου
Και το πέταξα στο δάσος.
Κ’ ύστερα από δέκα μέρες
Πήγα και είδα το πεθαμένο μου παιδί
Οι μυίγες και τα σκουλίκια
Το είχανε κυκλώσει
Και γύρω οι Τούρκοι αντάρτες κάθονταν και λάδωναν τα όπλα των».
------------------------
Κράν νταγλαντάρ
μοαζίρ σεσί βαρ
Βάρυ μπάκ
τσαντλασεντά νεσί βάρ
Μπίρ οκά οτ ιλέ
Μπίρ ας ντουζού βάρ
Τζαντάν μπακανά
Τζανέμ κουρμπάν ολσούν
Γιουανάν βατανά.

(Επάνω στα βουνά του Κράν
είναι φωνή προσφύγων.
Πηγαίνετε να δείτε τι έχουν στο ντορβά των.
Μια οκά χόρτα και μια φούχτα αλάτι.
Κάηκα. Θεέ μου, κάηκα, γι’ αυτόν που με βλέπει με την ψυχή του.
και η ψυχή μου ας θυμιασθεί για την πατρίδα Ελλάδα)
Τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλα ρωμιοχώρια. Το Γκιόκ Μπαϊράκ γίνεται διαβόητο για την πρακτική του να σκοτώνει τα θύματά του κλείνοντάς τα σε εκκλησίες τις οποίες πυρπολεί, ρίχνοντάς τα σε βαθιά πηγάδια και θάβοντάς τα ζωντανά.
Σειρά είχε η Λεύκη, μία μικτή κωμόπολη, ˙ οι μισοί κάτοικοί της οποίας (περίπου 2.500) είναι Ρωμιοί. Θα έχει το ίδιο τραγικό τέλος με εκείνη του Φούλατζικ, στα χέρια των ίδιων δημίων. Ο Τζιεμάλ και περίπου 500 τσέτες του Γκιοκ Μπαϊράκ καταφθάνουν την παραμονή των Αγίων Αποστόλων (29 Ιουνίου) του 1920. Αρχίζει ένας κύκλος σαδισμού και βίας που θα συνεχίσει τουλάχιστον ως τον Σεπτέμβριο. Οι τσέτες μαζεύουν αρχικά όλους τους ευκατάστατους χριστιανούς και τους αποσπούν βίαια όλα τα χρήματα και τα τιμαλφή τους. Εξαναγκάζουν πολλούς ΄Ελληνες και Αρμενίους να εξισλαμισθούν, υπό την απειλή του θανάτου. Τους υποβάλλουν σε περιτομή, αλλά κάποιες μέρες μετά τον εξευτελισμό τους θανατώνουν οδηγώντας τους σε ομάδες των δέκα στα χωράφια. Πολλά γυναικόπαιδα κατακρεουργούνται.
Οι Ρωμιοί της Νίκαιας είναι τα επόμενα θύματά του Τζιεμάλ μπέη. Η τουρκόφωνη αυτή κοινότητα διατηρεί αγαστές σχέσεις με τους Τούρκους συντοπίτες της. Οι Ρωμιοί θεωρούν πως δεν έχουν λόγο ανησυχίας. Η τύχη τους όμως δεν βρίσκεται στα χέρια των γειτόνων τους, αλλά στους τσέτες, που έχουν έλθει από αλλού. Αυτοί βλέπουν στα πρόσωπα των Ρωμιών «τον εχθρό». Επί 75 μέρες οι τσέτες είχαν μπλοκάρει τον ελληνικό μαχαλά της Νίκαιας. Δεν μπορούσε να φύγει κανείς˙ είχαν βάλει σκοπούς στις τέσσερις πύλες που οδηγούν έξω από την πόλη. Στις 14 Αυγούστου 1920, παραμονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της γιορτής που πανηγύριζε η εκκλησία της Νίκαιας, οι τσέτες μάζεψαν όλον τον ελληνικό πληθυσμό της Νίκαιας, 87 οικογένειες, και τον οδήγησαν έξω από την Πύλη της Λεύκης, ανατολικά, στ΄αμπέλια. Εκεί έσφαξαν όλους τους ΄Ελληνες με γερμανικές ξιφολόγχες. Τα πτώματα τα πέταξαν στην σπηλιά και τα έκαψαν.
Η επιλογή της ημέρα δεν είναι τυχαία. Η σφαγή αρχίζει, όπως και στο Φούλατζικ, με την δημόσια διαμπόμπευση-βασανισμό του ιερέα (οι τσέτες φροντίζουν πάντοτε να εξολοθρεύουν με φρικτά βασανιστήρια τους ιερείς και τους δασκάλους, θεωρώντας πως αυτοί τρέφουν τον εθνικισμό των Ρωμιών). Ο Τζιεμάλ μπέης διατάσσει να περάσουν σαμάρι και χαλινάρι στον γηραιό ιερέα της Κοίμησης και να τον «πεταλώσουν». Από τους Ρωμιούς της Νίκαιας, 529 κατακρεουργούνται, μαζί με περίπου 20 Αρμενίους και 18 Εβραίους (D.Rodogno, “L΄enquête du délégué du CICR qui déjoua un mensonge historique», ό.π., σελ.14-17). Αφού βανδαλίζουν την Κοίμηση σπάζοντας ό,τι μπορούν, βάζουν φωτιά στην ελληνική συνοικία. Οι ελάχιστοι Ρωμιοί και Αρμένιοι επιζώντες καταφεύγουν στην Κίο.
Τις εικόνες αυτές αντίκρισε και διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν:
«..Επιτέλους φθάσαμε τα μεσάνυχτα εις Νίκαιαν […] Επισκέφθην τους αρχαίους ναούς, οι οποίοι είχον υποστεί σημαντική και ολοσχερή καταστροφή. Αλλά το φρικτότερο ήτο το θέαμα των πτωμάτων, ανδρών, γυναικών, νηπίων εσφαγμένων και ημικαυμένων, ολοκλήρου της ελληνικής κοινότητος, εστοιβασμένων εντός σπηλαίου εγγύς της πόλεως […] Η ελληνική συνοικία ήτο έρημος, τα σπίτια ανοιχτά και λεηλατημένα. Δυστυχισμένη φυλή» (Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα, ΄Ικαρος, Αθήνα 1948, σελ.281-282)
Κάποιοι ισχυρίζονται οτι ο Τζιεμάλ μπέης και οι άνδρες του Gök Bayrak Taburu (Γκιόκ Μπαϊράκ Ταμπουρού -το Τάγμα της Κυανής Σημαίας) δρούσαν αυτόνομα και ανεξέλεγκτα. Αυτός αντίθετα εκτελούσε άμεσες εντολές από τον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Στην παρακάτω σπάνιο ντοκουμέντο ο Dağistanli Cemal (Gökbayrak) Bey βαδίζει δίπλα στον Mustafa Kemal Atatürk στους δρόμους της Νικομήδειας
Υ.Γ. Για την σύνταξη του κειμένου αυτού δανειστήκαμε αναφορές από το βιβλίο του Αλέξανδρου Μασσαβέτα «ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ – Το Παλίμψηστο της μνήμης», εκδόσεις Πατάκη, και από κείμενο του Γεώργιου Κ. Ευστρατιάδη, Εφέτη-Ερευνητή.