Ο Γερμανός πολίτης, μη επιλήσμων του σκοτεινού μεσοπολεμικού του παρελθόντος, προτιμά την πολιτική σταθερότητα των κυβερνήσεων συνεργασίας μακράς πνοής, σε αντίθεση με τον ακατάσχετα πολιτικολογούντα Έλληνα, που, πιστός στην άποψη του σημερινού μας Πρωθυπουργού, προτιμά την πολιτική αστάθεια της επανάληψης των εκλογών, μέχρις ότου επιτευχθεί η εθνικά επιζήμια αλαζονική αυθαιρεσία που υπόσχεται η κυβερνητική αυτοδυναμία.
Ο γερμανικός λαός, απόλυτα συμβατός με τη συνταγματική επιταγή, που ισχύει και στη χώρα μας, αποφάσισε τη σύνθεση της Βουλής και όχι την επερχόμενη κυβέρνηση. Ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, θα το αποφασίσουν τα κόμματα και οι κοινοβουλευτικές ομάδες. Αυτό ενισχύει μια πτυχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που ο ομοσπονδιακός Πρόεδρος αισθάνθηκε να επισημάνει μετά τις εκλογές, ότι «τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να σχηματίσουν κυβέρνηση μετά την ημέρα των εκλογών».
Στην Ελλάδα της προεκλογικής οικονομίας, ο κ. Μητσοτάκης δεσμεύτηκε να μη συνεργαστεί με κανέναν, σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης αυτοδύναμης κυβέρνησης υπό τον ίδιο, παραβιάζοντας το πνεύμα και του δικού μας συνταγματικού νομοθέτη που ευνοεί τη μετεκλογική συνεργασία και συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 του ελληνικού Συντάγματος.
Μια παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος που έρχεται από το μετεμφυλιακό κράτος και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Από τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 εφαρμόζονται πλείστα όσα καλπονοθευτικά εκλογικά συστήματα με την ψευδεπίγραφη ονομασία «ενισχυμένη αναλογική», με σκοπό την εξυπηρέτηση μικροκομματικών και μόνο σκοπιμοτήτων.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των γερμανικών εκλογών ήταν η αδυναμία πρόβλεψης της σύνθεσης της μελλοντικής κυβέρνησής τους. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα προέκυπτε κυβέρνηση συνεργασίας, με πιθανές όλες τις δυνατές συνθέσεις. Έτσι, για τους ψηφοφόρους που εξαρτούσαν την απόφασή τους από τους πιθανούς συνασπισμούς, ήταν αδύνατο να υπολογίσουν ποιον αστερισμό θα ωφελούσε ή θα έβλαπτε η ψήφος τους, και άρα η ψήφος τακτικής ήταν δύσκολη σε αυτό το απρόβλεπτο μετεκλογικό τοπίο. Που σημαίνει, ότι ο Γερμανός ψηφοφόρος επέλεξε αυτό που ήθελε, απελευθερωμένος από τις δεύτερες σκέψεις που δημιουργούν οι σκοπιμότητες των προβλέψεων του μετεκλογικού συσχετισμού δυνάμεων και της εξ αυτού κυβερνητικής σύνθεσης.
Σαράντα χρόνια στην Ευρώπη, δεν καταφέραμε να ενστερνιστούμε το στοιχειώδες της Δημοκρατίας του Περικλή. Τη συνεννόηση και τη σύνθεση των διαφορετικών απόψεων. Με σύνθημα την πολιτική περιθωριοποίηση του «άλλου», απολαμβάνουμε τις ατέρμονες αντιπαραθέσεις, χρήσιμες μεν στους μαζικούς χώρους των επιτραπέζιων παιγνίων, καταστροφικές δε για την επίλυση των προβλημάτων της χώρας.
Σαράντα χρόνια στην Ευρώπη, διακόσια χρόνια μοιραίοι και άβουλοι οπαδοί.